Μας βγήκε η πίστη...

Ο Θας, του ιστολογίου Vita Moderna, σχολιάζει την θαυματολογία των ημερών και το σχετικό κείμενο που παρέθεσα. Δυστυχώς, διαφωνώ πλήρως. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω πως και σε τί.

Καταρχήν βλέπω μια θεολογική σύγχυση, η οποία ξεκινάει με την επίκληση του Θύμιου Καρακατσάνη (of all people), και την δήλωση του πως "η ανάγκη δεν παράγει ήθος". Σχολιάζει ο Θας πως η ανάγκη εκβιάζει την "μετάνοια" και σύρει τον άνθρωπο στην πίστη, ως εκ τούτου δεν συνιστά "ελεύθερη προαίρεση". Ως παράδειγμα δίνει τον "εξωτερικό καταναγκασμό" που συνιστά ένα θαύμα.

Από τις δύο χθεσινές θαυματουργές εκπομπές, συγκράτησα την εύστοχη παρατήρηση του Θ. Καρακατσάνη ότι η ανάγκη δεν παράγει ήθος. Η διατύπωσή του απαντούσε έμμεσα στην συνήθη εισαγωγική διευκρίνιση όλων των καλεσμένων ότι σέβονται την ανάγκη των ανθρώπων να πιστεύουν. Αν όμως πρόκειται απλώς για ανάγκη και όχι για ελεύθερη προαίρεση, αν ασκείται εσωτερικός καταναγκασμός (εξαιτίας του φόβου του θανάτου) ή εξωτερικός (όπως στην περίπτωση του θαύματος), τότε η περίφημη μετάνοια (ως μεταστροφή του νοός) εκβιάζεται και ο άνθρωπος απλώς «σύρεται» στην πίστη. Προφανώς ο Θεός δεν έχει ανάγκη οπαδών. Αντιθέτως, απ’ όσο ξέρω, η Εκκλησία ευαγγελίζεται την κοινωνία της αγάπης των ελευθέρων προσώπων.

Συνεπώς το θαύμα μπορεί να νοηθεί μόνο ως «σημείο» που σημαίνει και όχι ως ανατροπή της φυσικής τάξης δίκην ζογκλερισμών. Αν κουνιέται το καντήλι και δακρύζει η εικόνα στο σουβλατζίδικο, ο Θεός πρέπει να έχει εξαιρετικά σοβαρούς λόγους για να παραβιάζει τη φυσική τάξη -και την ελευθερία μας- κατ’ αυτόν τον τρόπο. Προσωπικά καταλήγω ότι όταν κάτι θυμίζει θεϊκό εφέ, σίγουρα δεν πρόκειται για θαύμα (που να έχει τουλάχιστον αποδέκτη ανθρώπους σαν εμένα· μπορεί να απευθύνεται σε άλλους αποδέκτες που το προσλαμβάνουν διαφορετικά, θα επανέλθουμε)


Υπάρχει εδώ μια αντιδιαστολή της "ανάγκης" ως προς την "ελεύθερη προαίρεση". Η ελεύθερη προαίρεση όμως, αν δεν μιλάμε για κάποια αφηρημένη φιλοσοφική έννοια, δεν είναι ελεύθερη εν κενώ. Ο άνθρωπος ζεί εν τω κόσμω, δηλαδή αγκαλιά με την ανάγκη. Η ανάγκη δεν αναιρεί την ελευθερία, για τον απλούστατο λόγο ότι η ανάγκη δεν αποφασίζει νομοτελειακά. Το να φοβάσαι τον θάνατο δεν σε κάνει αυτομάτως χριστιανό, όπως και η εξωτερική εμπειρία ενός θαύματος δεν σε μετατρέπει σε πιστό: ο Ιούδας είδε τόσα και τόσα θαύματα (και μάλιστα από πρώτο χέρι). Το να πιστεύεις για να απαλύνεις τον φόβο του θανάτου δεν σημαίνει απλά ότι φοβάσαι τον θάνατο: σημαίνει επίσης ότι μέσα σου βλέπεις τον Χριστό ως απάντηση στο πρόβλημα του θανάτου, πράγμα που συνιστά τον κατεξοχήν ορισμό του ευ-αγγελίου.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο άνθρωπος "σύρεται στην πίστη" μόνο αν μιλούσαμε για καταναγκασμό. Ο φόβος του θανάτου όμως δεν συνιστά καταναγκασμό, αποτελεί απλά πανανθρώπινο δεδομένο.

Λες πως αν κάτι "θυμίζει θεϊκό εφέ, σίγουρα δεν πρόκειται για θαύμα". Εδώ είσαι περισσότερο πιστός στον Μπερντιάγεφ (ή σε μια ανάγνωση του) παρά στον Χριστό και τους αγίους της χριστιανικής πίστεως, οι οποίοι επιτέλεσαν πολλά "θεϊκά εφέ". Το ίδιο το κεντρικό γεγονός της πίστης, η ανάσταση, είναι από μόνο του "θεϊκό εφέ". Η "παραβίαση της φυσικής τάξης" δεν συνιστά περιορισμό της ελευθερίας μας αλλά της φυλακής μας. Η φυσική τάξη (ανάμεσα στα άλλα: τα σκουληκιασμένα πτώματα και το μεγάλο εστιατόριο της Φύσεως) είναι η πτωτική τάξη, όχι ο "λίαν καλώς" κόσμος της δημιουργίας. Το θαύμα είναι η έκφραση της κατίσχυσης της θεϊκότητας επί της φυσικής τάξης. Αυτό που αγνοείται εδώ είναι πως και η ίδια η ύπαρξη του κόσμου (της καμηλοπάρδαλης, της Αβυσσηνίας ή της μελιτζάνας) και των φυσικών νόμων συνιστά επίσης θαύμα, δηλαδή συνιστά μια αλλαγή της φυσικής τάξεως. Αν πιστέψουμε τα χριστιανικά κείμενα η αρχική "φυσική τάξη" ήταν το κενό και το χάος, όχι η βαρύτητα και το υδρογόνο.

Το Μπερντιαγεφικό απόσπασμα περί "υπαρξιακού χώρου" μπορεί να αναγνωστεί (και νομίζω ότι αυτό κάνεις) ως μια πνευματική και υπαρξιστική εκδοχή του χριστιανισμού, κάτι ανάμεσα σε Ξενοφάνη και Γιάσπερς. Απουσιάζει η συνάντηση με το πρόσωπο, η οποία δεν είναι φαινόμενο του "υπαρξιακού χώρου", ήτοι αυτιστικό, αλλά πραγματική συνάντηση, όπως με τον φίλο μας τον Μπάμπη.

Γράφεις, αμέσως μετά το παράθεμα του Μπερντιάγεφ: "Μπορούμε τελικά να δεχθούμε ότι ο Θεός είναι μια πραγματικότητα μόνο επειδή αυτό έχει ένα υπαρξιακό νόημα για μας και όχι επειδή υπάρχει ως αντικειμενική παρουσία στον κόσμο. Μιλάμε πάντα (κατά τον Μπερντιάγεφ) για τον Θεό ως πραγματικότητα που αναδύεται εντός μας και αφορά στην επίτευξη ενός ανώτατου ανθρωπισμού- αυτό είναι το θείο στον άνθρωπο και έτερον ουδέν.". Αυτό δεν είναι χριστιανισμός (όχι απλά δεν είναι ορθόδοξος: ούτε καν προτεσταντικός). Αμφιβάλλω αν είναι καν θεμιτή ανάγνωση του Μπερντιάγεφ. Σίγουρα πάντως δεν προκύπτει από το απόσπασμα της σελ. 150 περί "δύναμης".

Το θαύμα δεν σημαίνει ότι ο θεός "κυβερνά". Αποτελεί ένα σημείο, δηλαδή κομμάτι μιας συζήτησης, όχι μια διαταγή.

Λυπάμαι που το λέω- ελπίζω ότι δεν προσβάλλω τον bfo που το ανέβασε και του οποίου τη διάθεση να αντιστρατεύεται όσα εκείνος θεωρεί "προοδευτικά στερεότυπα" σέβομαι- αλλά ο συντάκτης του κειμένου συνοψίζει (άθελά του μάλλον) το πρόβλημα ενός λόγου που υποτίθεται ότι εδράζεται στην εκκλησιαστική εμπειρία αλλά σπάνια αναφέρεται στην πίστη καταφατικά (ή έστω αποφατικά). Αντίθετα, ως λόγος κινούμενος στην περιφέρεια του ζητήματος και λαλίστατος ως προς τα εθνοπατριωτικά, κατασκευάζει την εικόνα μιας διωκόμενης εκκλησίας στους σύγχρονους καιρούς, συγχέοντας σκόπιμα το καθίδρυμα (και την ιεραρχία του) με το σώμα των πιστών. Πρόκειται για έκπτωση του βιώματος σε ιδεολογία, όπως σημειώνουν οι συνήθεις εισαγωγές στην (ορθόδοξη) πίστη ή αλλιώς, για εκκοσμίκευση της εκκλησίας.

Νομίζω πως δεν είναι ένα καλό κείμενο αυτό του Φαρμάκη, γιατί οι προθέσεις του γίνονται αμέσως φανερές. Υποτίθεται ότι αναφέρεται στη δυνατότητα των προσώπων να βλέπουν το θαύμα αλλά η στόχευση είναι άλλη. Η αναφορά στα φωτοβόλα πρόσωπα γίνεται μόνο για να διεγερθεί το θυμικό του αναγνώστη και να αποδοθούν εξ ανακλάσεως τα χαρακτηριστικά του σκότους στους συνασπισμένους νεοταξικούς. Ο συντάκτης του, συγκροτεί αυθαίρετα τους αντίπαλους στρατούς και υπερασπιζόμενος τα χαρακτηριστικά (πίστη, ευλάβεια, αθωότητα, διάνοιξη) μιας ομάδας σε διωγμό, στήνει αόρατες μάχες για τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν ειδοποιηθεί. Θέλω να πω πως ούτε οι προσκυνητές συμμετέχουν σε καμιά διαδήλωση δικαιωμάτων της πίστης τους ούτε κανένας (τρέμων) νεοταξίτης μηδενιστής θέλει το κακό τους. Η υποτιθέμενη απαγόρευση του θαύματος δια νόμου αποτελεί εφεύρημα και αφηγηματική τεχνική του γράφοντος.


Βλέπεις τις "αφηγηματικές τεχνικές" αλλά δεν αντιλαμβάνεσαι την σημασία τους. Ότι δηλαδή συνιστούν ένα λόγο όχι ορθολογικά διαχειριστικό του ζητήματος αλλά λυρικά και συμβολικά φορτισμένο, που θα πρέπει να διαβαστει ως ποίημα, όχι ως δοκίμιο. Νομίζω ότι καταγγέλεις τις αφηγηματικές τεχνικές ως "παραπλανητικές" βασισμένος στην κλασσική δυτική παρεξήγηση η οποία θέλει τον ποιητικό λόγο να μη συνιστά επιχειρηματολογία. Πρόκειται για μια παρεξήγηση εν πολλοίς άγνωστη στους αρχαίους έλληνες όπως και στους Πατέρες (άγνωστη υπήρξε εξάλλου και στην σκέψη της Άπω Ανατολής).

Λες: "Θέλω να πω πως ούτε οι προσκυνητές συμμετέχουν σε καμιά διαδήλωση δικαιωμάτων της πίστης τους ούτε κανένας (τρέμων) νεοταξίτης μηδενιστής θέλει το κακό τους.". Με την απλοϊκή έννοια ότι δεν κρατάνε πλακάτ, όχι, δεν συμμετέχουν σε διαδήλωση δικαιωμάτων της πίστης τους. Αλλά μόνο με αυτήν την απλοϊκή έννοια. Δεν είναι δύσκολο να δεί κανείς ότι το να συμμετέχεις στο προσκύνημα αποτελεί ένα σημείο, στέλνει ένα μύνημα: το μήνυμα της πίστης στο θαύμα. Εν μέσω γενικευμένης εκκοσμίκευσης, αναγωγής της πίστης σε πνευματικοποιημένο υπαρξιακό ζήτημα, αθεϊστικών χλευασμών και επιστημονικής λοιδωρίας, το μύνημα αυτό μπορούμε να το δούμε ως διαδήλωση.

Συνεχίζεις: "Η υποτιθέμενη απαγόρευση του θαύματος δια νόμου αποτελεί εφεύρημα και αφηγηματική τεχνική του γράφοντος.". Φυσικά ο γραφών δεν μιλάει για δια νόμου (!) απαγόρευση του θαύματος. Η "αφηγηματική τεχνική" την οποία ένιωσες την ανάγκη να επισημάνεις είναι η απλή και ταπεινή παρομοίωση. Ο κόσμος μας, και σίγουρα οι κονδυλοφόροι των ΜΜΕ, μοιάζει να επιβάλλει γενική απαγόρευση της πίστης στο θαύμα, με την ίδια έννοια που μοιάζει να απαγορεύει την αλληλεγγύη, την δημιουργικότητα, κλπ.

Παρακάτω: "ο συντάκτης του κειμένου συνοψίζει (άθελά του μάλλον) το πρόβλημα ενός λόγου που υποτίθεται ότι εδράζεται στην εκκλησιαστική εμπειρία αλλά σπάνια αναφέρεται στην πίστη καταφατικά (ή έστω αποφατικά)". Δεν αναφέρεται στην πίστη; Σωστότερο δεν θα ήταν να πούμε το αντίθετο; Ότι, δηλαδή, η πίστη αποτελεί τη μόνιμη προκείμενη του κειμένου του; Τόσο το δικαίωμα στην πίστη (που αποτελεί και το περιεχόμενο της μεταφοράς περί "διαδήλωσης") όσο και η πίστη ως προσωπική συνάντηση (που αποτελεί και το περιεχόμενο της παράθεσης των "φωταγωγημένων προσώπων").

Αντίθετα, ως λόγος κινούμενος στην περιφέρεια του ζητήματος και λαλίστατος ως προς τα εθνοπατριωτικά, κατασκευάζει την εικόνα μιας διωκόμενης εκκλησίας στους σύγχρονους καιρούς, συγχέοντας σκόπιμα το καθίδρυμα (και την ιεραρχία του) με το σώμα των πιστών.


Δεν βλέπω τέτοια σύγχυση στο κείμενο. Δεν είναι το καθίδρυμα (με την ιεραρχία του) που διώκεται, είναι το σώμα των πιστών το οποίο χλευάζεται ως οπισθοδρομικό, ναϊφ (sic) και εν τέλει απλό κορόϊδο της ιεραρχίας. Με το πρόσχημα εξάλλου της κριτικής στο "καθίδρυμα", εξαπολύεται ένας πόλεμος ενάντια σε στοιχειώδεις εκδηλώσεις του σώματος των πιστών, όπως η πίστη στο θαύμα και το προσκύνημα.

Κατ’ αρχάς ο χωρισμός του πληρώματος σε φωτισμένους πιστούς που έχουν πρόσβαση στο θαύμα (γιατί κυλούν μέσα τους οι χυμοί της ζωής) και σε στεγνωμένους διανοούμενους που κοιτάζουν ανήμποροι (δεν εξαιρεί τον εαυτό του, επίτηδες) αντιστρατεύεται κάθε έννοια εκκλησιαστικού ήθους.


Ώστε "αντιστρατεύεται κάθε έννοια εκκλησιαστικού ήθους";! Αν ψωνίζει κανείς εκκλησιαστικό ήθος από διανοούμενους, ίσως. Όπως και να έχει, ο χωρισμός σε "φωτισμένους πιστούς με πρόσβαση στο θαύμα" και "στεγνωμένους διανοούμενους" είναι μια διαχρονική και αναπόσπαστη παράμετρος του χριστιανικού ήθους, από την προτροπή να "είμαστε ως τα παιδιά" και το "μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι", ως τον αντιδιανοητισμό του Ντοστογιέφσκι και του Παπαδιαμάντη. Η ουσία της είναι η επίκληση του βιώματος και της προσωπικής σχέσης έναντι του διανοητισμού και της αναλύσεως.

Αντίθετα εδώ, όπως και στα περίφημα κηρύγματα του αρχιεπισκόπου, δεν υπάρχει συμπόνοια ή κατανόηση για μια εκδοχή της ζωής χωρίς θεό αλλά μια a priori στερεωμένη εικόνα των ανθρώπων σε σεσωσμένους πιστούς και σε μηδενιστές/ ψευτοδιανοούμενους / Συνασπιστές / Πασόκους / Νεοταξίτες.

Αυτό μου έκανε πάντα μεγάλη εντύπωση. Αν κάποιος νιώθει φωτισμένος από ένα άλλο φως, αν όντως ζει επ’ ελπίδι αναστάσεως, πώς είναι δυνατόν να λοιδωρεί, να μέμφεται εκείνον που δεν τα κατάφερε;


Μου κάνει μεγάλη εντύπωση που δεν βλέπεις τι πραγματεύεται το κείμενο: δεν μέμφεται εκείνον που δεν τα κατάφερε. Μέμφεται εκείνον που λοιδωρεί (από τηλεοράσεως, τύπου και ιστολογίων) εκείνους που τα κατάφεραν ή εκείνους που προσπαθούν να τα καταφέρουν. Εκείνους δηλαδή που μετατρέπουν το ότι δεν τα κατάφεραν σε σημαία και πρότυπο.

Πώς είναι δυνατόν να απασχολείται τόσο συστηματικά με τα έργα και τις ημέρες ενός κόμματος που με δυσκολία μπαίνει στη βουλή; Και εν πάση περιπτώσει αυτοί είναι οι φορείς της Νέας Τάξης στην Ελλάδα; Το συγκλονιστικό 3%, είναι σε θέση να επιβάλει απαγορεύσεις και διωγμούς; Είναι ας πούμε ο talos εκπρόσωπος αυτής της νεοταξ;


Η βουλή και το ποσοστό ελάχιστα έχει να κάνει. Άλλο η κυριαρχία στο ιδεολογικό και άλλο στο πολιτικό πεδίο (για παράδειγμα στην Ελλάδα η αριστερά έχασε τον εμφύλιο αλλά νίκησε στον ιδεολογικό χώρο). Εξάλλου ποιός είπε ότι η νεοτάξ εξαντλείται στο χώρο του Συνασπισμού; (φυσικά, όποιος έχει την μύγα μυγιάζεται).

Μπερδεύεις τέλος τις απογορεύσεις και τους διωγμούς με απαγορευτικούς νόμους και πραγματικές διώξεις. Η κύρια δράση των φορέων της νεοτάξ είναι στον ιδεολογικό χώρο. Όσο για την πραγματική επιβολή των νεοτάξ σχεδίων, εκεί υπάρχει αγαστή συνεργασία με τα πρασινομπλέ εκσυγχρονιστικά στρατόπεδα.

Να προσθέσω στο τέλος ότι στην όλη συζήτηση περί θαυμάτων, αλλά και σε ότι αφορά την σχέση θρησκείας και ελληνισμού (όχι από τον Θας, γενικά) μπερδεύονται δυο ζητήματα ξέχωρα μεταξύ τους, τα οποία συναντώνται μόνο εν μέρει ή ιδεατά. Το ζήτημα της θρησκευτικότητας / θρησκευτικής παράδοσης και το ζήτημα της πίστεως. Το να πιστεύει κανείς είναι μια προσωπική συνάντηση. Η τήρηση και η ευσέβεια προς μια θρησκευτική παράδοση όμως είναι άλλο πράγμα, επίσης σεβαστό ως πολιτισμικό δεδομένο. Η θρησκευτική παράδοση μεταφέρει κοσμοθεωρία και πολιτισμική θέαση η οποία είναι υπαρκτή και δρα όχι μόνο ελλείψει πίστεως αλλά και στην συνειδητή αθεϊα.

Για παράδειγμα, όταν ο Βέμπερ εντοπίζει την προτεσταντική ηθική στο πνεύμα του καπιταλισμού, δεν σημαίνει ότι αναφέρεται σε πιστούς προτεστάντες, καλβινιστές κλπ κεφαλαιοκράτες και αστούς. Απλά η σχετική κοσμοθεώρηση του προτεσταντισμού λειτουργεί ως ρέουσα πολιτισμική ατμόσφαιρα ακόμα και ελλείψει πίστεως. Κατ' αυτή την έννοια η επίθεση στην θρησκευτική παράδοση ενός λαού αποτελεί ταυτόχρονα επίθεση ενάντια στην πολιτιστική του ιδιοπροσωπεία, όχι απλά στο θέμα της θρησκείας αλλά σε όλα.

Ένα νεοτάξ κόλπο (που υποκρίνεται την κριτική στην πίστη "από τα αριστερά") είναι να καταγγέλεις την έλλειψη ειλικρινούς πίστεως, αγάπης, κλπ και ως εκ τούτου να κατηγορείς την θρησκευτική παράδοση και τις εκδηλώσεις της. Όπως είπα, άλλο το ένα, άλλο το άλλο, αν και ιδεατά συναντώνται. Ένας λαός έχει δικαίωμα να τιμά την θρησκευτική του παράδοση και αυτή να παίζει ρόλο στον πολιτισμό του, ακόμα και αν δεν την πιστεύει εις έκαστος πλήρως και αγαπητικά. Πόσο μάλλον όταν είναι οι αμαρτωλοί, οι ψευτο-πιστοί κλπ που χρήζουν προσκυνήματος στο θαύμα, δηλαδή όλοι εμείς, μηδενός εξαιρουμένου.

Δημοσιεύθη:
24.3.06 @ 11:42 μμ
Ετικέτες:
13 σχόλια

Σύνδεσμοι

 

Θαύματα και σημεία

51295_1

(Σημ. του Ιστολόγου: Κάπου στο 2001. Στην τηλεόραση παίζει η είδηση για μια εικόνα της Παναγίας που μάτωσε. Ορισμένες σκούρες κηλίδες (αίμα) εμφανίστηκαν πάνω στην εικόνα. Σκηνικό ανάλογο με τα σημερινά. Κάποιοι λένε ότι είναι "φαινόμενο συνηθισμένο που οφείλεται σε λάθος αναλογία των υλικών ζωγραφικής". Ένας συνασπισμένος ζητάει να πάει η εικόνα στο Γενικό Χημείο του Κράτους για εξακρίβωση).

Πήγα. Προχθές το βράδυ.

Είναι η εκκλησία του Αγίου Νεκταρίου στην Κηπούπολη, στην άκρη του απέραντου Περιστερίου - εκεί π αρχίζει η Πετρούπολη, στο βουνό. Τα λέω όλα αυτά γιατί είναι πολύ δύσκολο να την βρης. Είναι ένα μικρό αυθαίρετο - υπόγειο σχεδόν, δίπλα σε συρματοπλέγματα και μπάζα. Πολύ μικρή - στο πλάι ένα μικρό καραγιαπί, η νέα εκκλησία του Αγίου Νεκταρίου, που χτίζεται τώρα. Αυτά επίσης για να χουμε και μιά αίσθησι του μεγέθους.

Ολόγυρα η απέραντη πόλη - είσαι ψηλά εκεί και την βλέπεις όλη ταψί από κάτω σου - κι εδώ ένα τόσο δα ξωκκλήσι, που πρέπει να σκύψης για να μπης. Αυτή η ασήμαντη γωνίτσα είναι που μας μετατρέπει σε μεσαίωνα, καταργεί την λογική, καταστρέφει τον εκσυγχρονισμό, μας βγάζει απ την Ευρώπη κι όλα όσα λένε οι αντιθαυματοποιοί της νεοτάξ. Κι εχουν δίκαιο - ευτυχώς.

Η εικόνα. Δυό είναι οι πιθανότητες. Η κάποιος άνοιξε το γυαλί της εικόνας κι έσταξε αίμα ή κόκκινο χρώμα με το σταγονόμετρο, ή πρόκειται για θαύμα. Αυτά περί φυσικής συμπεριφοράς των υλικών, είναι τρίχες κατσαρές κι αυτό το λέγω γιατί ξέρω. Το ξύλο της εικόνας είναι νεκρό, το μουλιάζουν καιρό σε χημικά πριν το χρησιμοποιήσουν. Μετά το στοκάρουν και ζωγραφίζοτυν πάνω στον στόκο. Τα χρώματα είναι οξείδια μετάλλων και χώματα διάφορα, Το αυγό
χρησιμεύει σαν κόλα. Ακόμα και εικόνες μίας ημέρας, είναι σταθερές, δεν υπάρχει ούτε μία πιθανότητα να τρέξουν εκ των υλικών υγρά - δεν υπάρχουν άλλωστε. Και η εικόνα αυτή της Παναγίας εχει αγιογραφηθεί πριν από 4 χρόνια. Η θαύμα - σημείον είναι η σωστή λέξι - ή απάτη, διαλέξτε.

Το πιό σπουδαίο.

Ο κόσμος.

Χιλιάδες χιλιάδων.

Εδω δεν υπάρχουν επιλογές. Εδώ υπάρχουν πρόσωπα, όχι αφηρημένα πρόσωπα, αλλά πρόσωπα αληθινά, άνθρωποι, νέοι, γέροι, γριές, άντρες ώριμοι, γυναίκες και κορίτσια φωταγωγημένα. Εδώ δεν υπάρχει λάθος υλικών - τα δάκρυα είναι αληθινά - να ρθουν να τα μαζέψουν οι νεοταξ να τα στείλουν στα Χημεία τους, να μάθουν γιατί πονάει ο κόσμος. Γιατί βλέπει θαύματα και σημεία.

Η ομορφιά όλου του κόσμου εδώ. Σ ενα τοπίο υποβαθμισμένο, τοπίο καταστροφής, μέσα σε συρματοπλέγματα και μπάζα - ο κόσμος διαδηλώνει την πίστη του στο θαύμα. Τους κοιτάς - με την μιζέρια του διανοούμενου που ότι και να κάνη, όσο και να προσπαθήση, μένει έξω, ξένος, ξερός, άνυδρος - και ξάφνου - αν είσαι τυχερός κι εχεις τις πόρτες σου ακόμα ανοιχτές - νοιώθεις αποκαλυπτικά τον λόγο της μεγάλης συγκέντρωσις και τον αληθινό λόγο της δικής σου παρουσίας. Ο κόσμος διαδηλώνει το δικαιωμά του ΝΑ ΒΛΕΠΗ, να επικοινωνή ακόμα και παρά τις απαγορεύσεις της νέας εποχής. Γιατί δεν είναι το θαύμα που τους ενοχλεί, γι αυτό αδιαφορούν, (αλλωστε δεν λένε πως δεν είναι, αλλα ζητούν να το βεβαιώση η Επιστήμη τους, η Χημεία τους, η Εξουσία τους, να μάθουν είπαν το DNA της Παναγίας !) - είναι η ικανότητα των ανθρώπων να βλέπουν το αόρατο, το μη μετρήσιμο, το μη λογικό - αυτό που δεν μπορεί να υποταχθεί στους νόμους τους - αυτό που δεν βομβαρδίζεται - κι είναι αυτή η ελευθερία που τρέμουν και ζητούν την απαγόρευσί της.

Κι ακόμα παραπλεύρως νοιώθεις, πόσο ασήμαντα είναι τα σχέδια των της νεοτάξ, μιά ψεύτικη κρούστα που αν την ξύσης με το νύχι σου, προβάλει από κάτω αυθεντικός, ο αρχαίος, αθάνατος, αιώνιος κόσμος. Ο κόσμος των αληθινών ανθρώπων. Που επιμένουν ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΝ θαύματα, παρα την γενική απαγόρευσι.
Α. Φαρμάκης

Δημοσιεύθη:
20.3.06 @ 6:53 μμ
Ετικέτες:
5 σχόλια

Σύνδεσμοι

 

Από μικρό και από τρελό

Ο Panic Room γράφει και εγώ παραθέτω:

Ναι, πήραμε και πάλι ποίημα.Ο Αναστάσης δηλαδή, στο νηπιαγωγείο…Για την 25η Μαρτίου.

Και μάλιστα δεν είναι απλό ποίημα… Είναι μέρος ενός σκετς που παρουσιάζει κάποιες ηρωϊκές μορφές του 1821. Το ακριβές σενάριο δεν το ξέρω, αλλά ο Αναστάσης θα παίξει τον Κοραή.

Τα δυό τετράστιχα που τού αναλογούν τα έμαθε σχεδόν αμέσως με την μητέρα του.
Μετά τις απανωτές απαγγελίες άρχισαν και οι σκηνοθετικές παρεμβάσεις της πεθεράς μου:
-«Να, εδώ Αναστάση μου θα κάνεις με τα χεράκια σου έτσι, κατάλαβες;
Κι εκεί που λες “αρχαίους” θα δείξεις ψηλά,κατάλαβες;»
Ο μικρός δεν κατάλαβε γιατί οι αρχαίοι είναι ψηλά, αλλά δεν είχε λόγους για να διαφωνήσει.

Την ώρα όμως που παίρναμε το απογευματινό μας καφεδάκι, άρχισαν οι πρώτες ερωτήσεις του Αναστάση για την “εκβάνθυνση” του ρόλου του.
-«Μπαμπά, ποιος ήταν πιο δυνατός ο Κολοκoτρώνης, ο Καραϊσκάκης ή ο Κοραής;»
-«Μπαμπά, ποιος είχε το πιο μεγάλο σπαθί από τους τρεις;»
Όταν του εξήγησα ότι ο Κοραής δεν ήταν οπλαρχηγός σαν τους 2 άλλους, αλλά “διδάσκαλος του γένους”, ξίνισε τα μουτράκια του. Όταν του έδειξα την εικόνα του Κοραή στην εγκυκλοπαίδεια και είδε ότι “αυτός ο Κοραής, ούτε καν τσολιαδίστικα φοράει ρε μπαμπά”, ο θυμός του έγινε εμφανής.
Σχεδόν δακρυσμένος έσκισε το χαρτί που ήταν γραμμένο το ποίημά του φωνάζοντας :
«δεν θέλω να είμαι Κοραής! Γιατί ο Βασίλης και ο Χάρης να έχουν τσολιαδίστικα και σπαθιά, κι εγώ να μην έχω!»
Κλάμα και οδυρμός! Οργή και κοπετός! Με κόπο σώσαμε το χαρτάκι από τα χέρια του απαρηγόρητου Αναστάση και το κολήσαμε πρόχειρα με σελοτέιπ.

Κι άντε να εξηγήσεις τώρα εσύ στον πεντάχρονο , που βλέπει την 25η Μαρτίου σαν μια λογική προέκταση της αποκριάς, ότι «όπλο είναι νομίζω κι ένα ανοιχτό μυαλό».


Δεν πρόκειται για καμμία παρεξήγηση του μικρού μεταξύ αποκριάς και εθνικής εορτής.

Ο μικρός έχει κριτήριο. Σκέπτεται με μυθικά αρχέτυπα, όχι σαν λογιστής.

Όσο για μένα, I rest my case.

Δημοσιεύθη:
14.3.06 @ 11:45 μμ
Ετικέτες:
10 σχόλια

Σύνδεσμοι

 

Ότι έμεινε απ' τον κύριο Παύλο

a tribute to Mirandolina


"Απόγευμα. Εν μέσω πυροβολισμών δεξιά και αριστερά, εμπρός και πίσω. Ο ορίζοντας έχει πάρει φωτιά από το λαμπαδιασμένα σπίτια. Στέκομαι σε ένα σταυροδρόμι και κανονίζω την κυκλοφορία. Ξαφνικά το πρόσωπο μου ανάβει. Ψηλαφίζω το μάγουλο μου: αίμα. Νιώθω κάτι στο δεξί μου χέρι. Μια μεγάλη τρύπα στο γάντι. Γαμώτο, σκέφτηκα. Ήταν ένα γάντι από εξαιρετικο δέρμα. Στρέφομαι λίγο προς τα αριστερά. Ζαλίστηκα. Έπεσα. Δεν νιώθω καθόλου πόνο, είμαι όμως σίγουρος ότι τα πόδια μου έχουν κομματιαστεί. Όσο αφορά εμένα, ο πόλεμος έχει τελειώσει."

Συνέχισε.

Συχνά στην μάχη ξεχνούσα να καλυφθώ. Όχι από γεναιότητα -είμαι μεγάλος χέστης και τρομάζω εύκολα- αλλά από έξαψη: φλόγες, επιθέσεις από τον αέρα και τανκς στο έδαφος -ήταν σαν να ήμουν σε μια σκηνή και δρούσα αναλόγως. Σε μια περίπτωση εισέπραξα τον σιδηρούν σταυρό, σε μια άλλη τρείς σφαίρες -μια στο πρόσωπο, μια στο δεξί χέρι και μια στην σπονδυλική στήλη. Τον Σιδηρούν Σταυρό τον πήρα στις αρχές Μαϊου 1944. Να τι συνέβη. Είμασταν ξαπλωμένοι στο χιόνι και δεχόμασταν πυροβολισμούς και επίθεση από αεροπλάνα -φαινόμενο σπάνιο στη Ρωσσία. Ήμασταν φοβισμένοι -ξέρω ότι εγώ τουλάχιστον ήμουν- και πασχίζαμε να γίνουμε ένα με το έδαφος. Τα δικά μας τανκς κινούνταν μπρος-πίσω. Πάτησαν έναν από τους δικούς μας. Κείτοταν στο έδαφος, πλάκα, σαν κούκλα από χαρτόνι. Προχωρήσαμε. Έπεσε το σκοτάδι. Πλησιάζοντας ένα χωριό δεχτήκαμε πυροβολισμούς. Άρπαξα ένα μπαζούκα, ένα panzerfaust, και πήδησα σε έναν κάπως υπερυψωμένο δρόμο. Όρμησα προς το χωριό και παρότρυνα τους άλλους να με ακολουθήσουν. Μπήκαμε στο χωριό, το καταλάβαμε για λίγες ώρες, και ύστερα συνεχίσαμε την υποχώρηση.

Πίσω, πήγαινε πίσω.

Στο τέλος της εκπαίδευσης μας στη Γερμανία, ο διοικητής της υπηρεσίας μας πρόσφερε δύο επιλογές: να πάμε στην Γαλλία ως μέρος των δυνάμεων κατοχής ή να μείνουμε πίσω και να κρατάμε καθαρά τα στρατόπεδα. Σήκωσα το χέρι μου: "Θέλω να μείνω εδώ που βρίσκομαι". Ο διοικητής με πλησίασε. "Γιατί", ρώτησε. "Γιατί θέλω να διαβάζω απερίσπαστος". "Τους ανθρώπους σαν και εσένα πρέπει να τους ξεριζώσουμε (ausgerottet)", είπε και απέρριψε το αίτημα μου. Έχω ακόμη μπροστά στα μάτια μου το αδηφάγο μίσος στο πρόσωπο του. (Στη Γαλλία προσπάθησα να γυρίσω πίσω με ψέμματα. Αποκαλύφθηκα και με έστειλαν σε μία από τις χειρότερες μονάδες.

paul_3

(Ο πρώτος γάμος του νεαρού Παύλου)

Μίλησε μου για την παιδική σου ηλικία.

Ανάμεσα στα τρία και έξι μου χρόνια περνούσα τον περισσότερο καιρό μου στην κουζίνα και το υπνοδωμάτιο. Η μαμά είχε βάλει έναν πάγκο που έφθανε ως το παράθυρο και με έδενε στην κάσα. Κρεμασμένος από εκεί, σαν αράχνη, παρατηρούσα τον κόσμο: μεγάλα έργα στο δρόμο, χρωματιστοί οδοστρωτήρες, τα πράσινα ηλεκτροκίνητα λεωφορεία που μετέφεραν το ταχυδρομείο, οι καλλιτέχνες των δρόμων, που και που κάνα γιώτα-χι. Μια φορά την βδομάδα, μια ομάδα από γουρούνια παραδίδονταν στο χασάπικο στο απέναντι κτίριο. Την Παρασκευή πληρώνονταν οι εργάτες και πήγαιναν να μεθύσουν στην μπυραρία της γειτονιάς. Ανάμεσα στις δύο και τρείς το πρωί -εγώ κοιμόμουν εκείνη την ώρα, αλλά η φασαρία μας σήκωνε όλους στο πόδι-, πήγαιναν οι γυναίκες τους να τους βρούν και να τους μαζέψουν στο σπίτι. Το θέαμα ήταν εντυπωσιακό: πελώριες γυναίκες να ανασηκώνουν μικροσκοπικούς άνδρες από τους γιακάδες και να ουρλιάζουν με βροντερή φωνή: "Παλιοκουράδα! Αλήτη! Ξεκωλιάρη! Που είναι τα λεφτά...". Ακόμα και ο ταχυδρόμος κατέληγε να κυλιέται στο ρείθρο του πεζοδρομίου με τα γράμματα, τις επιταγές και τους λογαριασμούς σκορπισμένα ολόγυρα του. Στα ιδιαίτερα, γυναίκες έδερναν τους άνδρες τους (και το αντίστροφο), γονείς έδερναν τα παιδιά τους (και το αντίστροφο), γείτονες δέρνοντας μεταξύ τους. Κάθε πρωί, οι κυρίες του σπιτιού συγκεντρώνονταν στο πλυσταριό, το μόνο μέρος με τρεχούμενο νερό σε κάθε όροφο. Αντάλλασσαν κουτσομπολιά, λόγια συμπάθειας, παράπονα για τους άνδρες τους, τα κατοικίδια τους, τους συγγενείς τους. Τις περισσότερες φορές έτσι πήγαινε το πράγμα. Καμιά φορά το κουτσομπολιό αγρίευε, άλλαζε χαρακτήρα και κατέληγε σε καυγά. Σκατά στα σκαλοπάτια σήμαιναν ότι η καθαρίστρια είχε αποκτήσει κάνα-δυο εχθρούς.

Τι θυμάσαι από την οικογένεια σου;

Τις Κυριακές, ο μπαμπάς, η μαμά και εγώ πηγαίναμε και κατασκηνώναμε σε ένα λιβάδι στην άκρη της πόλης. Παίρναμε φαγητό, μια κουβέρτα, μαγιό και μέναμε εκεί ολόκληρη την ημέρα. Μου άρεσε να μετακινούμε και κυρίως μου άρεσε να κάθομαι στα πόδια μεγαλύτερων κοριτσιών (την περίοδο που εγώ ήμουν ανάμεσα στα τρία και τα έξι).

"Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;" με ρωτούσαν οι κυρίες. "Συνταξιούχος", αποκρινόμουν. Υπήρχε λόγος για αυτή την απάντηση μου. Όταν ήμουν στο πάρκο, φτιάχνοντας κάστρα στην άμμο, έβλεπα νευρικούς άνδρες να κρατούν χαρτοφύλακες και να τρέχουν πίσω από ξεχειλισμένα τραμ. "Τι κάνουν αυτοί οι άνθρωποι;", ρωτούσα τη μαμά. "Πάνε στις δουλειές τους", αποκρινόταν εκείνη. Έβλεπα ακόμα κάποιον ηλικιωμένο κύριο να κάθεται ήρεμα στο παγκάκι και να απολαμβάνει τον ήλιο. "Αυτός γιατί είναι εδώ;" ρωτούσα. "Είναι συνταξιούχος". Ε, μετά από όλα αυτά η ιδιότητα του συνταξιούχου έμοιαζε αλήθεια πολύ ελκυστική.

Ήμουν ένας Vorzugsholer, πάει να πει ένας μαθητής άνω του μέσου όρου. Στα επίσημα ετήσια έγγραφα αυτό δηλώνονταν με έναν αστερίσκο δίπλα στο όνομα μου. Τέτοια επιτεύγματα όμως δεν συνεισέφεραν στη δημοτικότητα. Οι "σπεσιαλίστες", δηλαδή μαθητές που διακρίνονταν π.χ στην ιστορία ή στα μαθηματικά ή στη χημεία, ήταν σεβαστοί. Υποθέταμε ότι οι γνώσεις τους προέρχονταν από έναν συνδυασμό ενδιαφέροντος και εξυπνάδας. Εξάλλου επιτελούσαν και μια σημαντική λειτουργία στην διάρκεια της εξέτασης, παρέχοντας άφθονη ροή παράνομων πληροφοριών. Ακόμα, έβαζαν τους καθηγητές στη θέση τους, βγάζοντας τα λάθη τους στη φόρα. Η υπεροχή όμως σε όλους τους τομείς έμοιαζε με ανάγκη για συμμόρφωση. Ευτυχώς συχνά με επέπλητταν δημοσίως και μια φορά έφθασαν στο σημείο να με αποβάλλουν. Έναν τέτοιο τύπο δεν μπορείς παρά να τον εμπιστευτείς.

Διάβαζα επίσης πολύ. Δεν έχω ιδέα πως και πότε άρχισε αυτό, ξέρω όμως πως όταν ήμουν γύρω στα εννιά βρισκόμουν με ένα βιβλίο ανοικτό μπροστά μου σχεδόν κάθε απόγευμα. Η φιλοσοφία παρείσφρησε στα ενδιαφεροντά μου όλως τυχαίως. Τα περισσότερα βιβλία μου τα αγόραζα μεταχειρισμένα. Πήγαινα επίσης στα μαγαζιά πριν από τις δημοπρασίες, όπου μπορούσες να πετύχεις τόνους βιβλία για πενταροδεκάρες. Τα έδιναν σε πακέτα. Ήσουν υποχρεωμένος να αγοράσεις ολόκληρο το περιεχόμενο. Αγόραζα πακέτα που περιείχαν κυρίως θεατρικά έργα, δεν μπορούσα να αποφύγω όμως την περιστασιακή εμφάνιση κάποιου Πλάτωνα, Καρτέσιου ή Μπύχνερ (του υλιστή, όχι του ποιητή). Ίσως άρχισα να διαβάζω αυτές τις ανεπιθύμητες προσθήκες από περιέργεια ή για να μην πάνε χαμένα τα λεφτά μου. Γρήγορα συνειδητοποίησα τις δραματικές δυνατότητες της σκέψης και με γοήτευε η δύναμη που φαίνονταν να ασκούν τα επιχειρήματα πάνω στους ανθρώπους. Αφού κατάπια και χώνεψα μερικές σελίδες από τους Διαλογισμούς του Καρτέσιου, εξήγησα στη μαμά ότι υπήρχε αποκλειστικά και μόνο επειδή εγώ υπήρχα και ότι χωρίς εμένα πήγαινε χαμένη.

Η μητέρα σου;

Δυο φορές αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Την πρώτη φορά ο πατέρας μου και εγώ είχαμε βγεί έξω βόλτα. Ήταν απόγευμα, οι λάμπες του γκαζιού είχαν αρχίσει να ανάβουν, κάποιο εξάρτημα όμως δεν δούλεψε καλά και η φλόγα έβγαλε έναν πένθιμο ήχο. Φοβήθηκα και πίεσα τον πατέρα μου να γυρίσουμε σπίτι. Η μητέρα μου ήταν σε μια γωνία αναίσθητη, μέσα σε ένα σύννεφο γκαζιού. Τα κατάφερε δεκατρία χρόνια αργότερα. Συχνά, με μια παράφορη οργή, ορμούσε προς το παράθυρο. Έπρεπε να βάλω όλη μου τη δύναμη για να την εμποδίσω να πηδήσει. Πολλά χρόνια μετά το θάνατο της, ενώ μάζευα τα έπιπλα για να τα πουλήσω, ανακάλυψα το λόγια της, γραμμένα με το χέρι της, στην πίσω μεριά του μεγάλου καθρέφτη και των ντουλαπιών. "Θεέ μου, βόηθα με", έλεγε, "δεν μπορώ να συνεχίσω".

Τι έκανες αφού τελείωσε ο πόλεμος;

Μετά τον πόλεμο γράφτηκα στο πανεπιστήμιο. Ήμουν τρία με πέντε χρόνια μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους φοιτητές και ανάπηρος. Δεν φαίνονταν να έχει σημασία. Μου συμπεριφέρονταν σαν να ήμουν δεκαοχτάρης και σε τέλεια φυσική κατάσταση. Το αρχικό μου σχέδιο ήταν να σπουδάσω φυσική, μαθηματικά, αστρονομία και να συνεχίσω το τραγούδι. Αντί γι' αυτό διάλεξα ιστορία και κοινωνιολογία. Φαίνεται ότι σκέφτηκα (αν και οι σκέψεις μου δεν είχαν μεγάλη συνοχή) πως η φυσική λίγο είχε να κάνει με την πραγματική ζωή -σε αντίθεση με την ιστορία: η ιστορία θα με έκανε να κατανοήσω τα πρόσφατα γεγονότα. Δεν το κατάφερε. Είχα την τύχη να παρακολουθήσω τους ιστορικούς τέχνης Ντέμους και Σβόμποντα. Χάρη στον τελευταίο ανακάλυψα τον Τσιμαμπούε, τον Τζιότο και την παράδοση του εικαστικού ρεαλισμού. Αυτό παρέμεινε στο υποσυνείδητο μου παραπάνω από τριάντα χρόνια, ύστερα διάβασα την σχετική φιλολογία, επισκέφθηκα τα σπουδαιότερα έργα και έδωσα διαλέξεις για το θέμα αυτό. Σήμερα ο Τζιότο, με το αδρό στυλιζάρισμα με το οποίο αποδίδει τα γεγονότα, είναι ένας από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες. Έτσι η περιπλάνηση μου στην ιστορία δεν πήγε ολότελα χαμένη. Εκείνο τον καιρό, πάντως, δεν ήμουν ικανοποιημένος και λαχταρούσα να επιστρέψω στην επιστήμη. Πήρα την άδεια του κοσμήτορα, άλλαξα τα μαθήματα και επιτέλους παρακολούθησα την πρώτη μου παράδοση στη φυσική.

Στο Λονδίνο ταξίδεψα με μια βαλίτσα αλλά χωρίς φράγκο στην τσέπη. Ποτέ πρωτύτερα δεν είχα χρειαστεί λεφτά -πάντα βρίσκονταν κάποιος να με περιμαζέψει. Αυτή τη φορά τα βρήκα σκούρα. Οι Γάλλοι αχθοφόροι που μετέφεραν τις αποσκευές από το τραίνο στο πορθμείο παραλίγο να με λυντσάρουν και οι εκπρόσωποι του Βρετανικού Συμβουλίου που μας περίμεναν μας έδωσαν μια διεύθυνση, οδηγίες πως να πάμε εκεί, αλλά καθόλου χρήματα για τη μετακίνηση μας.

Στην σχολή συνάντησα και τον Γιόσκε Αγκάσι, που έγινε φίλος μου κατά κάποιον τρόπο. Ο Αγκάσι είχε ενδοιασμούς: δεν εμπιστεύονταν έναν πρώην αξιωματικό των ναζί. Ο Πόπερ παρακάλεσε και ο Γιόσκε όντως προσπάθησε. Καθισμένοι στο λεωφορείο, ήμαστε καταπληκτικό δίδυμο. Έκανα ένα σχόλιο, με τη φωνή μου σε κανονικό τόνο. Ο Γιόσκε διαφωνούσε, αναβάζοντας λίγο τη φωνή του. Απαντούσα, φωνάζοντας ήδη. Ο Γιόσκε αντιγύριζε στη διαπασών -και πάει λέγοντας ώσπου οι άλλοι επιβάτες μας ζητούσαν να βγάλουμε το σκασμό. Στη διάρκεια των επισκέψεων μας στον Πόπερ μασουλούσαμε μπισκότα και πηδούσαμε από το ένα θέμα στο άλλο.

Στην αρχή έβγαινα μόνος μου. Μου άρεσε η παρέα με τον εαυτό μου -δεν χρειάζονταν να προσέχω την διάθεση των άλλων και μπορούσα να σηκωθώ να φύγω όποτε μου κάπνιζε. Σιγά σιγά όμως ορισμένες από τις κυρίες της πολυκατοικίας άρχισαν να φαίνονται μάλλον ελκυστικές. Έγραψα ποιήματα για μια από αυτές και συνόδευσα μια άλλη στο σπίτι της, κοντά στο Πίτερσμπόροου. Ο πατέρας της ήταν ιερέας με ισχυρές πεποιθήσεις. Περιττό να πω ότι σύντομα αρπαχθήκαμε -φιλικά εννοείται. Προσκάλεσα την Χαίηζελ στην Βιέννη, αλλά έχοντας γνωρίσει την Νταϊάνα στο μεταξύ, όταν έφθασε μου ήρθε νταμπλάς: σίγουρα φαίνονταν πολύ πιο ελκυστική στο Λονδίνο.

Όταν ήμουν στο Λονδίνο επισκεπτόμουν συχνά τον Ίμρε [Λάκατος], πρώτα στο μικρό του διαμέρισμα στο Χάμστεντ, μετά στο πολυτελές σπίτι του στο Τέρνερ Γουντς. Οι επισκέπτες, μετά από μια περιήγηση στον κήπο, ταϊζονταν καλά και τέλος μεταφέρονταν στον επάνω όροφο για σοβαρή συζήτηση. Συχνά με καλούσαν εκτάκτως. Απολάμβανα τον κήπο και το δείπνο, διαβλέποντας όμως την επερχόμενη συζήτηση, έμενα στην κουζίνα και βοηθούσα την Γκίλιαν στο πλύσιμο των πιάτων. Μερικοί επισκέπτες δεν ήξεραν τι να σκεπτούν. Οι άντρες, κυρίως οι λόγιοι, υποτίθεται ότι ασχολούνταν με συζητήσεις ενώ τα πιάτα ενέπιπταν στον τομέα των γυναικών. "Μη σας νοιάζει", έλεγε ο Ιμρε. "Ο Πωλ είναι αναρχικός". Μια φορά πήγαμε στο θέατρο, ο Ίμρε, η φίλη του, ο Τάρσκι κι εγώ. Σίγουρα θα ήταν από Όλντ Βικ και πάνω. Το έργο ήταν μια απερίγραπτη πατάτα. Στο διάλλειμα τους κάλεσα όλους να έρθουν μαζί μου να δούμε το Κατ Μπαλού, με την Τζαίην Φόντα και τον Λη Μάρβιν. Ο Ίμρε σκανδαλίστηκε. "Πωλ, είσαι ανυπόφορος", είπε, "φεύγουμε από κάτι κλασσικό για να πάμε να δούμε αυτές τις αηδίες". "Μου άρεσε όμως", δήλωσε ο Τάρσκι στο τέλος της ταινίας.

paul_1

(Ο φιλόσοφος στο νεροχύτη. Η αγαπημένη φωτογραφία του κ. Παύλου)

Πες μου τις ιδέες σου.

Απο φοιτητής ακόμα κοροϊδευα τις διανοητικές δυσπλασίες που καλλιεργούσαν οι φιλόσοφοι. Με έπιανε ανησυχία όταν μια συζήτηση για τα επιστημονικά επιτεύγματα διακόπτονταν από απόπειρες "αποσαφήνισης", όπου αποσαφήνιση σήμαινε μετάφραση σε κάποια μορφή υβριδικής λογικής. "Κάνετε σαν τους λόγιους του Μεσαίωνα", αντέτεινα, "οι οποίοι δεν καταλάβαιναν τίποτα αν δεν ήταν μεταφρασμένο στα λατινικά". Οι αμφιβολίες μου ενισχύονταν, όταν η αναφορά στη λογική χρησιμοποιούνταν όχι μόνο για να αποσαφηνιστούν αλλά και για παρακαμφθούν επιστημονικά προβλήματα. "Μιλάμε από λογική άποψη", έλεγαν οι φιλόσοφοι, μόλις γίνονταν εμφανής η διάσταση μεταξύ των αρχών τους και του πραγματικού κόσμου.

Σήμερα θα έλεγα πως ο Βιτγκενστάιν μείωσε σημαντικά την ασυδοσία της θεωρητικής εικοτολογίας. Κάποιος εμπνέεται μια θεωρία και γεμάτος περηφάνεια συχνά νομίζει ότι έχει βρεί μια εύκολη και άμεση πρόσβαση στην φύση, στην κοινωνία, στην ανθρώπινη ύπαρξη. Λίγες λέξεις, λιγοι τύποι -και το μυστικό αποκαλύπτεται. Για προσπάθησε όμως να εφαρμόσεις τις λέξεις ή τους τύπους σε κάποιο συγκεκριμένο συμβάν, όπως η θλίψη που ακολουθεί το χαμό ενός φίλου: ο θεωρητικός τότε είτε θα πεί ότι αυτά είναι υποκειμενικές λεπτομέρειες και "όχι πραγματικότητα" είτε θα χρησιμοποιήσει ad hoc υποθέσεις -είτε ακόμα θα προσθέσει τόσες νέες διαδρομές, περαιτέρω παραδοχές, προσεγγίσεις ώστε δεν διαπραγματευόμαστε πια την ίδια την θεωρία αλλά ένα σύνθετο σύστημα αφηρημένων ιδεών. Συμφωνώ πλήρως με αυτή την άποψη και με την απομυθοποίηση της αμιγούς θεωρίας που υπαινίσσεται. Κατά μια έννοια έχω γίνει βιτγκενσταϊνικός (ή νομιναλιστής, για να μεταχειριστώ έναν παλαιότερο όρο).

Υπάρχει και μια δεύτερη εμπειρία που είχε τεράστια επίδραση πάνω μου. Το 1964, ως αποτέλεσμα της καινούργιας εκπαιδευτικής πολιτικής, ήρθαν στις παραδόσεις μου Μεξικανοί, Ινδιάνοι, μαύροι. Κάθισαν λοιπόν, εν μέρει περίεργοι, εν μέρει περιπαικτικοί, εν μέρει απλώς συγχυσμένοι, ελπίζοντας ότι θα αποκτήσαν "παιδεία". Τι ευκαιρία, για έναν προφήτη που ζητά οπαδούς! Τι ευκαιρία, μου έλεγαν οι ορθολογιστές φίλοι μου, να συνεισφέρεις στην διάδοση της λογικής και στην βελτίωση της ανθρωπότητας! Τι θαυμάσια ευκαιρία για ένα καινούργιο κύμα διαφωτισμού! Δεν συμμερίστηκα την αισιοδοξία τους. Σύντομα αντιλήφθηκα ότι τα λεπτεπίλεπτα επιχειρήματα και οι θαυμάσιες ιστορίες που έλεγα ως τότε, στο κατά το μάλλον ή ήττον εκλεπτυσμένο ακροατήριο μου, δεν ήταν ίσως άλλο από όνειρα, καθρέφτισμα της έπαρσης μιας μικρής ομάδας οι οποίοι είχαν πετύχει με τις ιδέες τους να υποδουλώσουν όλους τους άλλους ανθρώπους. Ποιός ήμουν εγώ που θα έλεγα σε αυτούς τους ανθρώπους τι και πως να σκέφτονται; Δεν ήξερα τα προβλήματα τους, αν και ήξερα ότι θα είχαν πολλά. Αγνοούσα τα ενδιαφέροντα τους, τα αισθήματα τους, τους φόβους τους, αν και ήξερα ότι λαχταρούσαν να μάθουν. Άραγε ήταν οι ξερές αφαιρέσεις, που είχαν συσσωρεύσει οι φιλόσοφοι επί αιώνες και είχαν περιβάλλει οι φιλελεύθεροι με λιπαρές κενολογίες για να τις κάνουν πιο νόστιμες, η σωστή προσφορά σε ανθρώπους των οποίων είχαν ληστέψει τη χώρα, τον πολιτισμό, την αξιοπρέπεια και οι οποίοι τώρα όφειλαν να αφομοιώσουν υπομονετικά και να παπαγαλίσουν τις αναιμικές ιδέες που τους προσέφεραν τα φερέφωνα των τόσο φιλάνθρωπων δουλεμπόρων τους; Εκείνοι ήθελαν να ξέρουν, ήταν πρόθυμοι να μάθουν, να κατανοήσουν τον παράξενο κόσμο που τους περιέβαλλε. Δεν τους άξιζε μια καλύτερη τροφή; Οι πρόγονοί τους είχαν αναπτύξει ζωντανούς πολιτισμούς, γλώσσες πλούσιες σε χρωματισμούς, αρμονικές απόψεις για την σχέση μεταξύ ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπου και φύσης, των οποίων τα κατάλοιπα είναι μια ζωντανή κριτική των σεπαρατίστικων, αναλυτικών, εγωκεντρικών τάσεων του Δυτικού στοχασμού... Αυτές οι σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου όταν στάθηκα μπροστά στους ακροατές μου, και με αηδία οπισθοχώρησα τρομαγμένος μπροστά στην αποστολή που όφειλα να εκτελέσω. Γιατί αυτή η αποστολή -αυτό μου ήταν τώρα σαφέστατο- ήταν η αποστολή ενός μορφωμένου και εξευγενισμένου δουλεμπόρου. Και δουλέμπορος δεν ήθελα να είμαι.

Σε ότι αφορά την ίδια τη σκέψη, άρχισα να δραπετεύω από το θετικισμό κάνοντας διάκριση ανάμεσα σε δύο είδη παραδόσεων, τις οποίες ονόμασα αντίστοιχα θεωρητικές παραδόσεις και ιστορικές παραδόσεις. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να χαρακτηρίσουμε αυτές τις παραδόσεις. Μια διαφορά, που βρήκα ότι είναι πολύ χρήσιμη αφετηρία, είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι δυο παραδόσεις ασχολούνται με τα αντικείμενα τους (τους ανθρώπους, τις ιδέες, τους θεούς, την ύλη, το σύμπαν, τις κοινωνίες -και ούτω καθεξής).

Οι αφηρημένες παραδόσεις διατυπώνουν δηλωτικές προτάσεις. Οι προτάσεις υπάγονται σε ορισμένους κανόνες (κανόνες της λογικής, κανόνες ελέγχου, κανόνες επιχειρηματολογίας -και ούτω καθεξής) και τα συμβάντα επηρεάζουν τις προτάσεις μόνο σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες. Αυτό, όπως λέγεται, εγγυάται την "αντικειμενικότητα" της πληροφορίας την οποία μεταφέρουν οι προτάσεις, ή της "γνώσης" την οποία περιέχουν. Αυτές τις προτάσεις είναι δυνατόν να τις κατανοήσουμε, να τους ασκήσουμε κριτική ή να τις βελτιώσουμε, χωρίς να έχουμε συναντήσει ούτε ένα από τα αντικείμενα που περιγράφουν (παραδείγματα: η φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων, η ψυχολογία της συμπεριφοράς, η μοριακή βιολογία, που μπορεί να την ασκούν άνθρωποι που δεν είδαν ποτέ στη ζωή τους ένα σκυλί ή μια πόρνη).

Τα μέλη των ιστορικών παραδόσεων χρησιμοποιούν επίσης δηλωτικές προτάσεις, αλλά μιλούν με πολύ διαφορετικό τρόπο. Υποθέτουν, τρόπον τινά, ότι τα αντικείμενα έχουν τη δική τους γλώσσα, και αυτή τη γλώσσα προσπαθούν να μάθουν. Προσπαθούν να την μάθουν όχι στη βάση γλωσσολογικών θεωριών, αλλά με το να βουτάνε μέσα σε αυτά, όπως ακριβώς τα μικρά παιδιά εξοικειώνονται με τον κόσμο. Επιπλέον, προσπαθούν να μάθουν την γλώσσα των αντικειμένων όπως είναι, και όχι όπως εμφανίζονται αφού πρώτα υποβληθούν σε τυποποιητική επεξεργασία (πειράματα, μαθηματικοποίηση). Οι κατηγορίες της αφηρημένης προσέγγισης, όπως η έννοια της αντικειμενικής αλήθειας, δεν μπορούν να περιγράψουν μια διαδικασία αυτού του τύπου, η οποία εξαρτάται από τις ιδιορρυθμίες τόσο των αντικειμένων όσο και των παρατηρητών. Οι αφηρημένες και οι ιστορικές παραδόσεις πολεμούν οι μεν τις δε από την αρχή της Δυτικής σκέψης. Ο μεταξύ τους αγώνας ξεκίνησε με την "αρχαία διαφορά μεταξύ ποιήσεως και φιλοσοφίας" (Πλάτωνος, Πολιτεία, 607b). Αυτός ο ανταγωνισμός χαρακτήριζε και την κριτική του Θουκυδίδη στον Ηρόδοτο.

Σύμφωνα με τους επικριτές μου, κάνω πολύ θόρυβο, αλλά κατορθώνω ελάχιστα. Η προσέγγιση μου, λενε αυτοί, είναι εξ ολοκλήρου αρνητική. Αντιτίθεμαι σε ορισμένες πρακτικές -αλλά δεν έχω τίποτε να προβάλλω στη θέση τους. Οι μαρξιστές εξαγριώθηκαν ιδιαίτερα με την κοροϊδευτική μου αδιαφορία για τα δυο καλύτερα τους παιχνίδια, τη Δυτική επιστήμη και τον ανθρωπισμό. Αυτές οι παρατηρήσεις είναι ασφαλώς ορθές. Όντως, δεν έχω καμμία θετική υπόδειξη να κάνω. Όμως ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι ότι το ξέχασα, ή ότι δεν μπορώ να συναγωνιστώ τα θεωρησιακά ταλέντα των εν πανεπιστημίω συναδέλφων μου -ο λόγος είναι ο σεβασμός μου για τις παραδόσεις τις οποίες υποτίθεται ότι θα ευλογήσω με τα διανοητικά μου χαρίσματα.

Οι ιστορικές παραδόσεις δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές από μακριά. Οι προυποθέσεις τους, οι δυνατότητες τους, οι (συχνά ασυνείδητες) επιθυμίες των φορέων τους μπορούν να βρεθούν μόνο με την προσωπική εμπλοκή, δηλαδή πρέπει κανείς να ζήσει την ζωή την οποία θέλει να αλλάξει. Οι οριακές συνθήκες και οι λύσεις που επινοούνται από εξ αποστάσεως θεωρητικούς μπορούν ακόμη να επιβληθούν αλλά μόνο με το να παραβλέψουμε την πλήρη ανθρωπιά των θυμάτων. Οι διανοούμενοι που υποστηρίζουν αυτή την επιβολή δεν αγνοούν την "ανθρώπινη διάσταση": έχουν "θεωρίες του ανθρώπου" και τις χρησιμοποιούν ως οδηγούς των πράξεών τους. Όμως αυτές οι θεωρίες δεν απηχούν τα θύματα τους: απήχουν την νοοτροπία του μέρους όπου εμφανίστηκαν -κυρίως κάποιων πανεπιστημιακών γραφείων και αιθουσών σεμιναρίων.

Η κύρια αντίρρησή μου προς τις διανοητικές λύσεις των κοινωνικών προβλημάτων είναι ότι αυτές ξεκινούν από ένα στενό πολιτιστικό υπόβαθρο, του αποδίδουν καθολική εγκυρότητα και κατόπιν χρησιμοποιούν εξουσία για να το επιβάλλουν στους άλλους. Άραγε είναι εκπληκτικό το ότι εγώ δεν θέλω να έχω καμμία σχέση με τέτοια ορθολογικόφασιστικά όνειρα; Βοηθώ τους ανθρώπους δεν σημαίνει τους πηγαίνω κλοτσηδόν μέχρι που να καταλήξουν στον παράδεισο κάποιου άλλου, βοηθώ τους ανθρώπους σημαίνει προσπαθώ να εισαγάγω την αλλαγή, ως φίλος, ως πρόσωπο που μπορεί να ταυτιστεί με τη σοφία τους καθώς και με τις τρέλες τους, και που είναι αρκετά ώριμος ώστε να αφήσει αυτές τις τελευταίες να υπερισχύσουν: μια αφηρημένη εξέταση της ζωής ανθρώπων που δεν τους ξέρω και που δεν είμαι εξοικιωμένος με την κατάσταση τους δεν είναι απλώς χάσιμο χρόνου, είναι επίσης απάνθρωπη και αναιδής.

Βαριά όλα αυτά. Καμμιά διασκεδαστική ιστορία για τους αναγνώστες μας;

Το Σεπτέμβριο του 1974 πήγα σε μια διάσκεψη στο Ναύπλιο, στην Ελλάδα. Την είχε διοργανώσει ο Ίμρε Λάκατος και την είχε χρηματοδοτήσει ο πατέρας Λάτσης. Ο Ίμρε είχε καλέσει κορυφαίους φιλοσόφους, ιστορικούς (των μαθηματικών, των φυσικών επιστημών), οικονομολόγους, για να δοκιμάσει την απήχηση του προγράμματος του και σκόπευε να κάνει μια συνταρακτική εισαγωγική ομιλία. Πέθανε όμως και μίλησα εγώ στην θέση του, μιμούμενος το ύφος του και τους τρόπους με τους οποίους εξήρε την Λογική και δυσφημούσε τον Ανορθολογισμό. Συνάντησα δυσκολίες κατά την είσοδο μου στην Ελλάδα. Έχοντας περιπαικτική διάθεση, έστειλα το ακόλουθο τηλεγράφημα: "Βρίσκομαι σε ανάρρωση από ίκτερο, κρυολόγημα και σύφιλη, γι’ αυτό να έχετε ένα γιατρό έτοιμο". Το τηλεγράφημα εντοπίστηκε και ο πατέρας Λάτσης αναγκαστηκε να με δικαιολογήσει στις αρχές. Φάνηκε να διασκεδάζει με την όλη ιστορία.

Θεωρείς ότι πέτυχες;

Σε αυτή την ερώτηση είναι δύσκολο να απαντήσω. Πολλοί άνθρωποι -επιστήμονες, καλλιτέχνες, δικηγόροι, πολιτικοί, ιερείς- δεν κάνουν καμμία διάκριση ανάμεσα στο επάγγελμα τους και τη ζωή τους. Εαν έχουν επιτυχία, τότε αυτό το θεωρούν επιβεβαίωση της ίδιας τους της ύπαρξης. Έαν αποτύχουν στο επάγγελμα τους σκέφτονται ότι έχουν αποτύχει και σαν άνθρωποι, όση χαρά και αν έχουν δώσει στους φίλους τους, τα παιδιά τους, τις γυναίκες τους, τους εραστές τους, τα σκυλιά τους. "Ποιός είμαι εγώ", αναρωτιόνταν ο Σοπενάουερ -και απάντησε: "Είμαι το πρόσωπο που έγραψε το 'Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση' και έλυσε το μεγάλο πρόβλημα του είναι". Οι γονείς, τα αδέρφια, οι σύζυγοι, οι ερωμένες, τα παπαγαλάκια, ακόμη και τα πιο προσωπικά αισθήματα του συγγραφέα, τα όνειρα, οι φόβοι, οι προσδοκίες του, έχουν νόημα μόνο σε σχέση με εκείνο το οικοδόμημα, οπότε ανάλογα περιγράφονται: η γυναίκα, ε, αυτή ήξερε να μαγειρεύει, να καθαρίζει, να πλένει και να δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Οι φίλοι, ε, αυτοί καταλάβαιναν τον κακόμοιρο σε δύσκολες εποχές και τον υποστήριζαν, του δάνειζαν χρήματα και τον βοηθούσαν ολοπρόθυμοι στην γέννηση των τερατουργημάτων που δημιουργούσε -και ούτω καθεξής. Αυτή η στάση είναι πλατιά διαδεδομένη. Τη βρίσκουμε στην βάση όλων των αυτοβιογραφιών και των βιογραφιών. Τη βρίσκουμε σε πραγματικά μεγάλους στοχαστές (ο Σωκράτης, λίγες ώρες πριν από το θάνατο του, ξεφορτώνεται τη γυναίκα και τα παιδιά του για να μπορέσει να ψιλοκουβεντιάσει για βαθιά ζητήματα με τους γεμάτους λατρεία μαθητές του: Φαίδων 60a7). Αυτή η αντίδραση μου είναι ξένη, ακατανόητη και ελαφρώς τρομακτική.

Τελικά;

Η τελευταία εμπειρία στον δρόμο μου ήταν η γνωριμία μου με την Γκράτσια Μπορρίνι, μια ευγενική αλλά αποφασισμένη αγωνίστρια για την ειρήνη και την αυτοδυναμία. Η Γκράτσια είχε σπουδάσει Φυσική, όπως και εγώ. Όπως εγώ, έτσι και εκείνη είχε βρεί αυτές τις σπουδές απελπιστικά περιοριστικές. Ενώ όμως εγώ εξακολουθούσα να χρησιμοποιώ αφαιρέσεις (όπως την ιδέα μιας "ελεύθερης κοινωνίας") για να φτάσω σε μια ευρύτερη και πιο ανθρώπινη οπτική γωνία, οι δικές της ιδέες αποτελούσαν μέρος "ιστορικών παραδόσεων" (για να ξαναπέσω στον δικό μου δυσκοίλιο τρόπο να μιλώ). Ήξερα για αυτές τις παραδόσεις και είχα γράψει για αυτές και προτού συναντήσω την Γκράτσια, αλλά και πάλι χρειάστηκε μια συγκεκριμένη συνάντηση για να συνειδητοποιήσω τι συνεπάγονταν αυτά. Έτσι, τελικά παράτησα τον αυτοκυνισμό μου και αποφάσισα να γράψω ένα τελευταίο, αλλά καλό, βιβλίο, για την Γκράτσια (που τώρα, επιτέλους, έγινε σύζυγος μου) επειδή την ξέρω και επειδή γράφω καλύτερα όταν έχω ένα χαμογελαστό πρόσωπο απέναντι μου (θυμηθείτε, έγραψα το Ενάντια στη Μέθοδο με τον Ίμρε Λάκατος στον νου), και, μέσω αυτής, για όλους τους ανθρώπους που παρά την πείνα, την καταπίεση, τους πολέμους, προσπαθούν να επιβιώσουν και να κατορθώσουν λίγη αξιοπρέπεια και ευτυχία.

paul_2

(Ο Παύλος και η Γκράτσια)



Παραιτήθηκα από το Μπέρκλευ. Ένα χρόνο μετά συνταξιοδοτήθηκα και από την Ελβετία. Και έτσι, επιτέλους, η παιδική μου ευχή είχε γίνει πραγματικότητα: ήμουν συνταξιούχος. Ξέχασα τα τριάντα πέντα χρόνια της ακαδημαϊκής μου καρριέρας σχεδόν τόσο γρήγορα όσο είχα ξεχάσει την θητεία μου στο στρατό. Δυσκολεύομαι να το πιστέψω ότι μόλις πριν πέντε χρόνια δίδασκα σε δυο πανεπιστημιακά ιδρύματα, ένα στην Ευρώπη το άλλο στην Καλιφόρνια, ότι λίγο νωρίτερα είχα σύμβαση εργασίας με τέσσερα πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων και το Γέηλ, και ότι εναπόκειτο σε εμένα και όχι στις επιτροπές αν θα δεχόμουν ή θα απέρριπτα περαιτέρω προσφορές. Είμαι λίγο εξυπνότερος απ’ ότι ήμουν, έχω μάθει μερικά κόλπα, είμαι σε καλύτερη συναισθηματική ισσοροπία (αν και αυτή η ισορροπία αφήνει ακόμα πολλές επιθυμίες έξω), κοντολογίς είμαι σε πολύ καλύτερη θέση να ξεκινήσω μια καινούργια ζωή απ’ ότι ήμουν μόλις μια δεκαετία νωρίτερα -έλα όμως που βρίσκομαι στο τέλος της, βάλε-βγάλε μερικά χρόνια. Πέντε χρόνια ίσως, δέκα, αν σταθώ τυχερός. Αυτό με βάζει σε σκέψεις. Και γιατί; Όχι επειδή θα ήθελα να ζήσω για πάντα και οπωσδήποτε όχι για τα σπουδαία βιβλία και τις εργασίες που ίσως να μη γραφτούν, αλλά επειδή θα ήθελα να γεράσω μαζί με την Γκράτσια, επειδή θα ήθελα να αγαπήσω το ρυτιδωμένο πρόσωπο της όπως αγαπώ το νεανικό της πρόσωπο σήμερα, επειδή θα ήθελα να την στηρίξω στις σκοτούρες της και να χαρώ μαζί της τις ευτυχισμένες στιγμές της. Αυτές οι σκέψεις φωνάζουν και διεκδικούν την προσοχή μου όποτε συλλογίζομαι την υπόλοιπη ζωή μου και μου δείχνουν καθαρά ότι υπάρχουν τελικά ισχυρές διαθέσεις αλλά δεν αφορούν αφηρημένα πράγματα όπως η μοναξιά ή τα διανοητικά επιτεύγματα αλλά κάποιο ζωντανό ανθρώπινο πλάσμα, και δείχνουν επίσης ότι, μετά από πολύ καιρό, έμαθα επιτέλους τι σημαίνει να αγαπάς κάποιον.

Αυτές είναι ίσως οι τελευταίες μέρες. Τις ζούμε μια προς μια. Η τελευταία μου παράλυση προήλθε από κάποια εσωτερική αιμορραγία στον εγκέφαλο. Η έγνοια μου είναι μετά την αναχώρηση μου να μείνουν κάποια πράγματα από μένα, όχι εργασίες, όχι τελεσίδικες επιστημονικές διακηρύξεις, αλλά αγάπη. Ελπίζω αυτή να μείνει και να μην επηρεαστεί από τον τρόπο της οριστικής αποχώρησης μου, που θα τον ήθελα γαλήνιο, σαν κώμα, χωρίς χαροπάλεμα και άσχημες αναμνήσεις. Ό,τι κι αν συμβεί τώρα, η μικρή μας οικογένεια μπορεί να ζήσει για πάντα -η Γκράτσια, εγώ και η αγάπη μας. Έτσι θα ήθελα να γίνει, η αγάπη, και όχι η διάνοια, να επιζήσει.

---
Ο Πώλ Φεγεράμπεντ πέθανε μερικές μέρες αργότερα, στις 11 Φεβρουαρίου 1994. Η αυτοβιογραφία του τελειώνει με την περιγραφή του θανάτου του από την Γκράτσια: "Είμασταν μόνοι, μου κρατούσε το χέρι, και ήταν μεσημέρι".

Μερικοί σύνδεσμοι: Ενάντια στη Μέθοδο, προσχέδιο μιας αναρχικής θεωρίας της γνώσης @ Amazon, Στάνφορντ, Wikipedia, Against Method, πίνακας περιεχομένων + τελευταίο κεφάλαιο online.

Αντιμετωπίζοντας τον Τάλο (θεωρητικώς βρε)

Ήθελα να σ' αντανάμωνα να σου λεγα καμπόσα,
και αν δεν σου γύριζα μυαλά, να μού' κοβαν την γλώσσα
Μ. Βαμβακάρης



talos

Τάλως έφα:

Ταυτόχρονα όμως επικαλείσαι την "μη-επιστημονικότητα" και την απόλυτη ιδεολογική φύση της Ιστορικής έρευνας (άρα και την ασημαντότητα του εμπειρικά γνωστού), σε μια προσπάθεια να υποστηρίξεις π.χ. την θεμιτότητα της παρουσίασης του μύθου ως ιστορία. Στην πραγματικότητα επικαλείσαι όλο αυτόν τον μεταμοντέρνο σχετικισμό (για την λογική, φιλοσοφική και εντέλει εμπειρική θεμελίωση του οποίου διατηρώ ισχυρές αμφιβολίες - αλλά αυτό είναι μια παράλληλη συζήτηση) σε ότι αφορά την ύπαρξη πολλών "ιστοριών" (σε αυτό συμπλέεις με σημαντική μερίδα όσων κριτικάρεις μάλιστα). Μοιάζει σαν να θεωρείς ότι η ιδεολογική και η πολιτική διάσταση κάθε ιστορίας, κάνει θεμιτό κάθε είδους ιστορικό ισχυρισμό, ο οποίος εντέλει, από όσο καταλαβαίνω - διόρθωσέ με αν κάνω λάθος - έχει μονοσήμαντα (;) αυτήν ακριβώς την πολιτική και ιδεολογική διάσταση.


Δεν γράφω ότι είναι θεμιτή η παρουσίαση του μύθου ως ιστορία από τους Ιστορικούς (ή από όσους ξέρουν πως ισχύει το αντίθετο). Ως προς αυτό γράφω συγκεκριμένα στο πρώτο πρώτο πόστινγκ αυτής της σειράς:

Οι μυθοδιώκτες μας έχουν κάθε λόγο να κατηγορήσουν τους ιστορικούς που γράφουν τέτοιες ανακρίβειες. Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορούν να κατηγορήσουν την πίστη στις ανακρίβειες.


Δεν υποστηρίζω «την θεμιτότητα της παρουσίασης του μύθου ως Ιστορία». Υποστηρίζω την θεμιτότητα της παρουσίασης του μύθου ως πραγματικότητας. Αυτό το κάνω για τον απλούστατο λόγο πως αποτέλεσε πρακτική συνυφασμένη με τον ανθρώπινο πολιτισμό, σε κάθε γεωγραφικό μήκος ή πλάτος και σε κάθε εποχή. Είναι από αυτό το είδος της παρουσίασης όπου ο μύθος αντλεί το μεγαλύτερο μέρος της δύναμης του. Θεωρώ το μύθο ένα είδος φόρμας όπου συμπυκνώνει και μεταφέρει φιλοσοφικές, κοσμοθεωρητικές και κοινωνικές ιδέες.

Αν πρόκρινα την παρουσίαση του μύθου ως ιστορία, ουσιαστικά θα συνηγορούσα υπέρ της προπαγάνδας. Είναι μόνο στα πλαίσια της παράδοσης που τον φέρει και στον λαό (ή τον λόγιο) που τον πιστεύει όπου είναι θεμιτή η παρουσίαση του μύθου ως αλήθεια, επειδή ακριβώς δεν πρόκειται για «παρουσίαση», αλλά για ειλικρινή πρόσληψη και μάλιστα ενός πράγματος δημιουργημένο και εμπλουτισμένου με συμμετοχικές διαδικασίες από τους ίδιους . Ως προς αυτό, βλέπω τον μύθο ως αντίστοιχο πχ. των παραδοσιακών τραγουδιών, ως ένα δομικό στοιχείο της κοσμοαντίληψης κάθε λαού (ας δούμε π.χ. τον ρόλο που παίζουν οι μύθοι στην εθνολογία).

Συνοπτικά, αυτά στα οποία είμαι ενάντιος είναι τα εξής:

1) Η συνωμοτική άποψη: ο μύθος είναι κατασκεύασμα που σερβίρεται «στο ποτήρι» από άτομα σκοτεινών σκοπών, κυβερνώντες, κλήρο κλπ για να ενισχύσει την κυριαρχία τους. Εδώ συγχέεται μύθος και προπαγάνδα.

2) Η άποψη ότι η φόρμα μύθος είναι πρωτόγονη, ξεπερασμένη κλπ και πως αρμόζει σε ανώριμους (αδιαφώτιστους) τώρα που υπάρχει η Επιστήμη. Ο μύθος έχει άλλη λειτουργία από τις επιστημονικές εξηγήσεις.

Ως προς το δεύτερο σκέλος: δεν επικαλούμαι την «απόλυτη ιδεολογική φύση της ιστορικής έρευνας». Απλά λέω πως η Ιστορική έρευνα, από τη φύση της, επιδέχεται ιδεολογικούς χειρισμούς. Το θέμα δεν είναι η διεκδίκηση της απόλυτης αντικειμενικότητας, όσο η γνώση αυτής της παραμέτρου στην κριτική της ιστορικής παραγωγής.

Σε καμμία περίπτωση δεν ισχυρίζομαι πως είναι θεμιτός «κάθε είδους ιστορικός ισχυρισμός». Μην ξεχνάς ότι οι μύθοι δεν είναι ρητοί “ιστορικοί ισχυρισμοί", αλλά κυκλοφορούν με άλλους τρόπους και πολύ πιο ασαφώς.

Υπάρχουν ιστορικοί ισχυρισμοί λίγο πολύ αντικειμενικά ελέγξιμοι (ο Χ συναντήθηκε με τον Ψ στο Κ μέρος την Ζ χρονολογία. Η Ξ χώρα είχε Ρ τόνους εμπορική παραγωγή την Μ εποχή). Υπάρχουν όμως επίσης ιστορικοί ισχυρισμοί που ανήκουν στα πλαίσια της ερμηνείας και αξιολόγησης προθέσεων, δυναμικών κλπ. Εδώ μιλάμε πλέον για πολιτική. Σε αυτό τον τομέα δέχομαι ότι υπάρχουν «πολλές ιστορίες», και πως η πραγματικότητα τους είναι θέμα πολιτικής / κοσμοθεώρησης. Αν δεχόμουν το αντίθετο, θα ήταν σαν να αναγνώριζα πως είναι δυνατή μια υπερβατική πολιτική παντογνωσία, μια «θέση εκτός».

Σε αυτό τον τομέα δεν δέχομαι «επιστημονική εποπτεία», όπου τάχα μου μεθοδολογικά εργαλεία, συναρτήσει του τελευταίου έγκυρου παγκοσμίου paradigm, ανατέμνουν και καθορίζουν «επιστημονικώς» την τελευταία λέξη επί του θέματος. Ούτε καν την προτελευταία, παρά μόνο ανοικτή συζήτηση, όπου ο οιοσδήποτε πολιτικός φορέας (ήτοι όλοι, και οι “συμπαθείς μανάβηδες") είναι ισάξιος του μεγίστου των πρυτάνεων.

Παράλληλα, ενώ δηλώνεις αρχικά αντίπαλος των "εξ εσπερίας ορμώμενων" επικαλείσαι άλλους, "Εσπερινούς" κι αυτούς, ιστορικούς (ή "ιστορικούς") ως παράδειγμα του μη-μονοσήμαντου της Δυτικής ιστορικής επιστήμης. Θα πρέπει να διαλέξεις: αν οι σπουδές στην Δύση δεν σταμπάρουν ανεξίτιλα τον σπουδάζοντα με το σημάδι του "νεοταξίτη" (το οποίο το ερμηνεύω ως "απολογητή του Δυτικού ιμπεριαλισμού" ή/και της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης) τότε η χρήση των σπουδών του Χ, εκ μέρους σου, ως τεκμήριο αυτής ιδεολογικής ένταξης, είναι έωλη. Τολμώ να πω ότι όλοι σχεδόν οι ακαδημαϊκοί επικριτές της άποψης αυτής είναι μέλη της ίδιας (παγκόσμιας πια) κοινότητας των ιστορικών - με κέντρο την εσπερία.


Δεν δηλώνω γενικά αντίπαλος των εξ εσπερίας ορμώμενων, αλλά μονάχα όσων επικαλούνται συγκεκριμένες θέσεις. Θεωρώ πως αυτές οι συγκεκριμένες θέσεις αποτελούν κομμάτια της κυρίαρχης εσπεριανής πολιτικής / κοσμοθεωρητικής τοποθέτησης, και επομένως πως είναι πιθανότερο ένας εσπεριανός ή εσπεριανολιγούρης να τις έχει από το να μην τις έχει. Επομένως όσα λέω εναντίoν των εσπεριανών δεν αποτελούν προφανώς μια απόλυτη καταδίκη αλλά μια βολική γενίκευση. Δεν την θεωρώ παραπλανητική γενίκευση (τσουβάλιασμα) επειδή, αν μη τι άλλο στατιστικά, θεωρώ ότι είναι ενδεικτική της πραγματικότητας.

Δεδομένου αυτού, καταλαβαίνεις ελπίζω γιατί δεν συνιστά αντίφαση εκ μέρους μου να δώσω ως παράδειγμα έτερους εσπεριανούς ιστορικούς. Πρόκειται για εκείνους οι οποίοι καταγγέλλουν και οι ίδιοι την κοσμοθεώρηση αυτή και την διαδικασία εξαγωγής της ως «επιστημονική αντικειμενικότητα».

Να προσθέσω σε αυτό το εξής: Ο λόγος π.χ. που η ιστοριογραφία, η απολογητική για την βρετανική αποικιοκρατία και αυτοκρατορία κριτικάρεται και που εντέλει είναι αβάσιμη, δεν έχει να κάνει με την ιδεολογική τοποθέτηση των σχετικών ιστορικών (αν και συσχετίζεται προφανώς), αλλά με τα πολλά μεθοδολογικά σφάλματα και σφάλματα επιλεκτικότητας στις πηγές που εμφανίζει. Δηλαδή δεν στέκει, όχι γιατί είναι ιδεολογικά "λάθος", αλλά γιατί είναι ιστορικά και μεθοδολογικά λάθος - *σύμφωνα με τα ίδια τα αποδεκτά θεωρητικά από τους ιστορικούς αυτούς κριτήρια*. Το ότι οι βρετανοί λεηλάτησαν την Ινδία και μεταχειρίστηκαν (πολλούς από) τους κατοίκους της ως υπανθρώπους, δεν είναι απλά άποψη. Είναι άποψη που στοιχειοθετείται ιστορικά.


Συμφωνώ στο το ότι η ιστοριογραφική διαπραγμάτευση της αυτοκρατορίας είχε εσωτερικές (μεθοδολογικές κλπ αντιφάσεις), οι οποίες θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν εσωτερικά της ιστορικής επιστήμης (όπως και έγινε).

Πιστεύω όμως πως τα μεθοδολογικά εργαλεία για τον εντοπισμό των αντιφάσεων αυτών υπήρχαν ήδη την εποχή που η παραποιημένη εκδοχή της ιστορίας δέσποζε.

Αυτό που άλλαξε εντωμεταξύ και επέτρεψε την διόρθωση της ιστορίας δεν είχε να κάνει την μεθοδολογία(Δεν λέω ότι τίποτα στην μεθοδολογία δεν άλλαξε εδώ και 150 χρόνια. Άλλαξαν πολλά. Λέω μόνο πως δεν είναι αυτές οι αλλαγές οι οποίες εξηγούν την μετάβαση από την λάθος εκδοχή της αυτοκρατορικής ιστορίας στην σωστή).

Συνοπτικά:

α) τα λάθη δεν έγιναν λόγω της ανεπάρκειας των επιστημονικών εργαλειών της ιστοριογραφίας της εποχής της αποικιοκρατίας.

και συνακόλουθα:

β) ο εντοπισμός των ανεπαρκειών δεν έγινε χάρη σε πρόοδο της ιστορικής μεθοδολογίας.

Πιστεύω ότι ήταν μάλλον η πολιτική, ιδεολογική κλπ αλλαγή που οδήγησε στην διορθωμένη επανεξέταση της Αυτοκατορικής ιστορίας.

Για να το θέσω αλλιώς: αν η αυτοκρατορία ήταν ακόμη κραταιά, τα ίδια ψέματα θα διδάσκονταν ακόμα για αυτήν στα πανεπιστήμια. Τουλάχιστον όσον αφορά την επίσημη, ακαδημαϊκά αποδεκτή εκδοχή της Ιστορίας (γιατί ακόμη και την περίοδο της αποικιοκρατίας, κάποιες αιρετικές φωνές ιστορικών θα έδιναν την σωστή εκδοχή των πραγμάτων).

Εν τέλει επαναλαμβάνω τα βασικά μου ερωτήματα: υπάρχει διάκριση ιστορίας και ψευδοϊστορίας; Με δεδομένο πως υπάρχουν διανοούμενοι που δεν μπαίνουν στο διλημματικό καλούπι που περιγράφεις σε σχέση με έθνος / "παγκοσμιοποίηση" (ανέφερα πριν τον Τσόμσκυ), δεν νομίζεις ότι οι χαρακτηρισμοί σου είναι έως και συκοφαντικοί (αναφέρω π.χ. τα όσα έσυρες στον μακαρίτη του Φίλιππα τον Ηλιού - ως να μην ήξερες ποιος είναι...) και πάντως αποτελούν μια ιδιόμορφη δίκη προθέσεων χωρίς ουσιαστική βάση;


Δεν είναι θέμα καλουπιού. Πράγματι, ο Τσόμσκυ είναι κατά της παγκοσμιοποίησης. Όμως η Παγκοσμιοποίηση είναι ένα σύνθετο φαινόμενο (όπως και ο Τσόμσκυ).

Το ότι ο Τσόμσκυ είναι κατά της παγκοσμιοποίησης δεν αποκλείει σε κάποιες του ιδεολογικές επιλογές να είναι υπερ ορισμένων όψεων της. Μπορεί να είναι κανείς εναντίον σε κάποιες πλευρές αλλά από άλλες να "ρίχνει νερό στο μύλο της αντίδρασης", όπως λέγανε παλιά στις κόβες.

Επίσης, ακριβώς επειδή μιλάμε για σύνθετο φαινόμενο, μπορεί ο Τσόμσκυ να έχει άλλη πρόσληψη του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης απο εμένα. Είναι λογικό τότε, ως προς τη δική του πρόσληψη να θεωρεί πως είναι απόλυτα συνεπής στην εναντίωση του, ενώ εγώ να θεωρώ ότι παραβλέπει σημεία, ή ότι θεωρεί πράγματα κατ' ουσίαν υπερ της παγκοσμιοποίησης ως αντι-παγκοσμιοποιητικά (sic).

(Και μια ακόμα διασαφήνιση: δεν γράφω εγώ εναντίον του Φ. Ηλιου, γράφει ο Αν. Φαρμάκης. Εγώ απλά παραθέτω το κείμενο -δες την υπογραφή στο τέλος του-. Χωρίς να σημαίνει ότι δεν συμφωνώ και εγώ στα βασικά, η έκφραση "όσα του έσυρες" είναι ανακριβής).

Τελευταίο, σε σχέση με την πολιτική λειτουργία των εθνικών μύθων: είναι πιστεύεις τυχαίο ότι ιστορικά, κατεξοχήν μυθολόγος του νέου ελληνισμού υπήρξε η παράταξη εκείνη που αποτέλεσε τους "Βρετανοτσολιάδες", τους Γερμανοτσολιάδες - και ύστερα με μικρές παραλλαγές τους Αμερικανοτσολιάδες τοποτηρητές/επάρχους αυτού ακριβώς του Δυτικού ιμπεριαλισμού που στηλιτεύεις; Και αν δεν είναι "σύμπτωση", μήπως θα έπρεπε να σε οδηγήσει στα αντίθετα συμπεράσματα σε ό,τι αφορά τις πολιτικές σκοπιμότητες των ιστορικών από εκείνα που αναφέρεις.


Μπορώ να αντιγυρίσω πολύ εύκολα αυτό το επιχείρημα. Είναι τυχαίο ότι κατεξοχήν αντι-μυθολόγοι του σήμερα είναι οι Πασόκο - ΣΥΝασπισμένοι - νεοφιλελεύθεροι και γενικά η δυτικολάγνα ελίτ της ντόπιας ιντελιτζένσιας και ντεμέκ διανόησης, από τον Ανδρουλάκη και τον Γιαννουλόπουλο ως τους Ιούς και τον Πρετεντέρη, εν ολίγοις οι λεγόμενοι ευρωλιγούρηδες;

Αν χθες ίσχυε αυτό που λέτε (ότι κατεξοχήν μυθολόγος κλπ), τότε χθες οφείλαμε να είμαστε εναντίον της μυθολογίας, αφού τη στηρίζουν οι γερμανοτσολιάδες / τοποτηρητές / βασιλοχουντικούς, στους οποίους είμαστε ενάντιοι.

Ταυτόχρονα όμως αν είναι να μιλήσουμε με όρους πολιτικής τακτικής, σήμερα επιβάλλεται να είμαστε υπερ της μυθολογίας, αφού την πολεμάνε οι "ευρωλιγούριδες".

Έχω όμως τις αμφιβολίες μου ότι αυτό που λέτε ισχύει. Νομίζω ότι το ίδιο είναι ένας μύθος.

Η παράταξη των γερμανοτσολιάδων / τοποτηρητών κλπ ήταν ανέκαθεν ότι ήταν και σήμερα: δυτικόφιλη. Στο πόλεμο τα έκανε πλακάκια με τους Γερμανούς (“κατάρα στο λαδέμπορα", που έλεγε και η Μαλβίνα) ή έδινε γη και ύδωρ στους “συμμάχους". Μετά έδειχνε "στρατηγέ ιδού ο στρατός σας" στους Βαν Φλήτιδες ή έτρεχε στις Κορέες. Η Φρειδερίκη, η αμερικανοκίνητη Χούντα, κλπ κλπ. Σήμερα τα γνωστά.

Αυτή που επεξεργάστηκε και επέκτεινε τους εθνικούς μύθους (και τις εθνικές αλήθειες και εικονολογία) ήταν μάλλον η αριστερή ή παλαιότερα η προοδευτική/επαναστατική διανόηση και ο λαός. Από τον Σολωμό και τον Κάλβο, μέχρι τους θαμμένους στα χιόνια του '40, και από τον Παλαμά μέχρι την Γενιά του '30. Ποιός ανακάλυψε τον Μακρυγιάννη, τη δημοτική μούσα, τη λαϊκή τέχνη, το Βυζάντιο κλπ; Ακόμα και το παραδοσιακό ΚΚΕ προσσέγγισε την εικονογραφία του 1821 κλπ. Παραδοσιακά, ήταν οι προοδευτικοί και η αριστερά η οποία συντάχθηκε με την παράδοση. Οι κατσαπλιάδες της Δεξιάς απλώς ιδιοποιήθηκαν την πιο χοντροκομμένη εκδοχή μιας εθνικής ρητορικής με στρατιωτική αμβλύνοια. Είναι μόνο η τελευταία ιδεολογική μόδα μετά την κατάρρευση του τείχους όπου διαβάζει σε όλα τα παραπάνω εθνικιστικές κατασκευές. Στις τελευταίες εκδοχές της που κυκλοφορούν ανα(σο)δομεί π.χ. τον Σεφέρη ως εθνικιστή μυθοποιό κατασκευαστή του Μακρυγιάννη.

Σε τελική ανάλυση, δεν βλέπω τη σημασία του επιχειρήματος. Ένα σχετικό παράδειγμα: η Χούντα ιδιοποιήθηκε το δημοτικό τραγούδι. Ε, λοιπόν; Και ο Βιντέλα ιδιοποιήθηκε το τανγκό. Όταν κάτι είναι λαοφιλές πολλοί θέλουν να το ιδιοποιηθούν. Είναι όμως επειδή αυτό είναι λαοφιλές που το ιδιοποιούνται. Αυτοί πάνε προς αυτό, όχι το αντίθετο.

Όπως ο νεο-Ράμφος, οι σύγχρονοι προοδευτικοί μας αποποιούνται, πριν μπουν στον υπέροχο δυτικό κόσμο, ό,τι μυρίζει χωριατιά και θυμάρι. Θέση μου είναι πως χωριατιά και θυμάρι μυρίζει ακριβώς αυτή η αποποίηση.

Δημοσιεύθη:
9.3.06 @ 7:49 μμ
Ετικέτες:
12 σχόλια

Σύνδεσμοι

 

Επιστήμη και Πολιτική: a tribute to the late Lysenko



suigenerisav έφα:

Πάμε με τη σειρά σε μια κουβέντα που έχει -συνειδητά- και από πλευράς πολλών ξεστρατίσει. Με την προσθήκη δηλαδή διαρκώς νέων ζητήματων/δεδομένων, ο διαδικτυακός λόγος χάνει την κειμενική δομή και εκτρέπεται σε τηλεοπτικό αχταρμά.


Αν και ξεφεύγω από το θέμα, ο διαδικτυακός λόγος μόνο ως αποτυχία παίρνει "κειμενική δομή", όταν δηλαδή αναπαράγει στείρα προϊούσες μορφές γραφής. Η αρχικώς οραματιζόμενη μορφή του ήταν η υπερκειμενική (hypertextual, εξ ου και το ht στο αρχικό πρόθεμα http κάθε διαδικτυακής διευθύνσεως. Χάρη στο λεγόμενο κοινοτικό λογισμικό (community ware), η αρχική υπερκειμενικη μορφή εμπλουτίστηκε σε διαδραστική και διαλογική: κλασσικό παράδειγμα τα ιστολόγια. Αφού πήρατε σβάρνα τα ad hominem δικαιούμαι να πω και εγώ ότι μάλλον δεν σας πειράζει τόσο ότι πήρε τάχα μορφή τηλεοπτικού αχταρμά, αλλά ότι πήρε μορφή Πνύκας (as opossed to καθέδρας).

Για τον αρχικό συντάκτη BFO-γενική παρατήρηση.
Η αμηχανία σου στο ΣΥΝΟΛΟ των απαντήσεων-ΕΚΔΗΛΗ. Ο νοών, νοείτω.


Άντε πάλι με τα ad hominem. Δεν νομίζετε ότι ο καλός συζητητής έχει χρέος όχι να κατονομάσει την υποτιθέμενη αμηχανία αλλά να την καταδείξει; Όσοι μας διαβάζουν δεν είναι αναγκαστικά ηλίθιοι. Ακόμα και οι "συμπαθείς μανάβηδες" μπορούν να κρίνουν. Καλύτερα λοιπόν να αποφεύγουμε πατερναλιστικές συγκαταβατικότητες. Νεσπά;

Δεν αντιλέγω ότι οι δυτικές προσεγγίσεις του εθνικού φαινομένου είναι καλές και άγιες, αλλά έχουμε και δουλειές (ως χώρα). Αυτό που λέω είναι το εξής απλό: η δυτική ερμηνεία του φαινομένου των εθνών ορίζεται σαφώς από την δυτική εμπειρία στο θέμα. Δεν αποτελεί υπερ-εθνική και υπερ-ιστορική σταθερά την οποία θα πρέπει να αποδεχθούν όλοι οι λαοί ως την αλήθεια ως προς την εθνική τους υπόσταση."

Για να τελειώνει το παραμύθι.

Δεν υπάρχουν δυτικές, νότιες ή ΑΕΚτζήδικες προσεγγίσεις στο εθνικό φαινόμενο. Υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις στο πλαίσιο μιας ακαδημαϊκής κοινότητας που συνδιαλέγεται μεταξύ της, είτε σας αρέσει, είτε δεν σας αρέσει. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Με απόψεις που αποκλίνουν μεταξύ τους αλλά μέσα σε ένα φάσμα δεοντολογίας. Προερχόμενες από επιστήμονες-ιστορικούς [και όχι -ΣΥΜΠΑΘΕΣΤΑΤΟΥΣ κατά τα άλλα οπωροπώλες ή παγωτατζήδες, κλπ, κλπ..]


Αυτό που γράφεις σε bold (δική μου η έμφαση) το συμμερίζονται *όλοι* στο "πλαίσιο της ακαδημαϊκής κοινότητας";

Είναι αδύνατον δηλαδή να βρεί κανείς ακαδημαϊκούς που να ισχυρίζονται πως όντως *υπάρχουν* δυτικές / νότιες κλπ προσεγγίσεις στο εθνικό φαινόμενο (αλλά και σε άλλα);

Αν μπορεί κανείς να βρεί τέτοιες απόψεις στην ακαδημαίκή κοινότητα, τότε είσαι ένοχος ότι παρουσιάζεις τις απόψεις τις αντίθετης ομάδας (όσων πρεσβέυουν πως δεν υπάρχουν δυτικές/ νότιες/ κλπ απόψεις) ως επιστημονικό απόλυτο. Με άλλα λόγια μας πουλάς πολιτική ως επιστήμη.

(Δεν έχω αντίρρηση να πουλάει κανείς την πολιτική του -κάθε άλλο-, έχω όμως αντίρρηση στο να μας την παρουσιάζει ως επιστημονικό θέσφατο).

Σε μια άλλη ζωή, είχα ως εργασία σε ένα (φευ!) πανεπιστημιακό μάθημα την εξέταση