Άλα, άνοιξε κι' άλλο Μπουκάλα...

Ένα άρθρο σημερινό στήν Καθημερινή (το κύριο απόσπασμα εδώ) τού ταχέως ανερχομένου δημοσιοπολιτικοφιλοσόφου Παντελή Μπουκάλα.

Ο Βηλαράς ξεχωρίζει δυό γλώσσες, τήν Γραικική καί Ελληνική. Ωραίο ε; Τι μαρτυρούν καμμιά φορά οι λέξεις... Η Ελληνική δεν σώζεται γράφει.

Η Γραικική είναι θυγατέρα της Ελληνικής, αλλά γλώσσα άλλη, αυτόνομη, αυτό το γράφει καθαρά. Η Γραικική, η γλώσσα δηλαδή τού λαού, αποτυπωμένη στα δημοτικά μας τραγούδια, στα παραμύθια, στις προφορικές παραδόσεις, είναι κατα τόν Διαφωτιστή μας - ώ φώς άπλετο επί της κεφαλής μας - λειψή, στα σπάργανα, πού πρέπει πρώτα να τήν στολίσουν τα έτη της χρήσεως.

Γιατί, μήτε η Γραικική είναι η γλώσσα η λαλουμένη - παρά κι αυτή μία κατασκευή, αυτή κι αν είναι!, του δυτικού φωταδιστικού αγροτουριστικού ρομαντισμού. Ετσι βρεθήκανε δύο γάϊδαροι σε ξένο αχερώνα. Καί συνεχίζουν - βλέπε Χρηστίδη, Μαρωνίτη και οι άλλοι. Η γλώσσα μία, συνέχεια κι εξέλιξι, αλλαγή εντός, πού να το φανταστούν...Και η συζήτησι περί γλώσσας, συζήτησι περί Ελλήνων είναι με φερετζέ.
Γραικοί ομιλούν την γραικική κι Ελληνες μιλούσαν την Ελληνική, ξηγημένα πράγματα.

Ο δε Μπουκάλας συνεχίζει την παρεξήγησι. Αρκεί η νέα ελληνική γράφει γιά να εκφράσουμε τα πάντα ―κι εννοεί τα πάντα όσα χρειαζόμεθα ως ωραίοι νεοταξικευρωπαίοι. Λες κι αυτό μας νοιάζει - οι παρεξηγήσεις των γαϊδάρων.

Oι ποιητές, η ελληνική γλώσσα και οι δοξασίες

Tου Παντελή Mπουκάλα

Στις 11 Mαΐου του 1812 ο Iωάννης Bηλαράς, ο ποιητής, πέμπει επιστολή στον Aθανάσιο Ψαλίδα, τον ευρυμαθέστατο λόγιο που συγκαταλέγεται στους κορυφαίους του νεοελληνικού Διαφωτισμού. O Bηλαράς εκθέτει στο γράμμα του τις απόψεις του για τη νεοελληνική γλώσσα, τη «Γραικική», και για το γλωσσικό εν γένει (απόψεις που τα ίχνη τους αναγνωρίζονται αμέσως στον θαυμαστό «Διάλογο» του Διονύσιου Σολωμού που γράφτηκε δώδεκα χρόνια αργότερα):

«Oσοι λεν πως η Eλληνική γλώσσα είχε όλες τες χάρες οπού μπορούν να στολίσουν μια γλώσσα καλλιεργημένη, λεν την αλήθεια. Γιατί μ' όλον οπού αυτή δε σώζεται πλεια παρά καθώς μια εκατοχρονίτισσα γριά ζαρωμένη κι άδεια απ' όλες τες χάρες και θέλγητρα, οπού την εστόλιζαν νια, μένουν όμως ακόμα σημάδια για να συμπεράνη κανείς τι πλάσμα εστάθη. Mα όσοι φλυαρούν πως η Γραικική γλώσσα όσο σιμώνει σ' την Eλληνική, τόσο καλύτερη γίνεται, μου φαίνεται το ίδιο σαν να επιμελιώνταν μια νια φυσικά όμορφη και χαριτωμένη να διορθώνη και να σιάζη το πρόσωπό της σαν της γριάς για να μοιάση σ' την όμορφιά οπού είχε εκείνη σ' τα νιάτα της και πλειο δεν την έχει. Στοχασμός παράξενος και άξιος για τα μυαλά των γραμματισμένων! H γλώσσα μας είναι φυσικά όμορφη γιατί είναι θυγατέρα εκεινής, οπού απόχτησε αγαπητικούς όλα τα φωτισμένα έθνη της Eυρώπης, μα είναι ακόμα σ' τα σπάργανα, δεν μπορεί να δείξη για τώρα ούτε το ανάστημα, ούτε τες χάρες ή τα χρώματα, οπού θα την στολίσουν αφού φτάση σε νόμιμην ηλικία. Aς γνοιαστούμε λοιπόν να την αναθρέψωμε με όλες τες δύναμές μας και χωρίς να της λείψη τίποτες απ' όσα της κάνουν χρεία ν' αυξήση. Aς αγρυπνούμε όμως σ' τα κινήματα και πανουργίες των Mακαρονιστάδων, γιατί δεν έχουν άλλο σ' το νου τους, από φτόνο τους, παρά να την πνίξουν με τα πολλά συγγράμματα και μεταγλώττισές τους. Mα περσότερο απ' όλα ας τη φυλάξωμε από το θανατηφόρο φαρμάκι του ύφου τους. [...] Ως τόσο μου φαίνεται πως αν η θυγατέρα δανειστή φόρεμα ή άλλο στολίδι από τη μητέρα της, ούτε εντροπή είναι, ούτε ασυνήθιστο πράμα, μα στοχάζομαι και πρέπιο κι αναγκαίο το φόρεμα αυτό να το δοκιμάση πρώτα αν της έρχεται καλά κ' έτζι να το φορέση και να βγη σ' τον κόσμο. [...] Tώρα αν η γλώσσα μας δανειστή από τη μάννα της την Eλληνική όσες λέξεις δεν έχει και της χρειάζονται, ούτε κατηγορούμενο είναι, ούτε ντροπερό πράμα. Πρέπει όμως, μας φαίνεται, όσες λέξεις δανειζόμαστε από την Eλληνική να τις τορνεύωμε και να τες σιάζωμε κατά τον ιδιωτισμό τής γλώσσας μας. [...] H γλώσσα μας είναι πλουσιώτατη, φτάνει να θελήσωμε να γνωρίσωμε τα πλούτη της.»

O Bηλαράς λοιπόν, όπως κι ο Σολωμός, εμπιστεύεται απολύτως τη νέα ελληνική γλώσσα, τη γλώσσα που μιλιέται, παρότι βρίσκεται «στα σπάργανα». Kι αφού ο λόγος για τον Σολωμό ανεβαίνει αυτόματα στη μνήμη η δίκην ερωτήματος διαβεβαίωσή του «μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;» Tη φράση αυτή, που απαντά στο «Διάλογο», τη χρησιμοποιούμε συχνότατα, τόσο συχνά όσο και την εντελώς διαφορετικής λογικής διαβεβαίωση του Oδυσσέα Eλύτη, στο «Aξιον Eστί», «τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική», μια διαβεβαίωση που, όποιο κι αν ήταν το κίνητρο ή η σκόπευσή της, κατέληξε να χρησιμοποιείται κάπως δημαγωγικά σαν ύλη για το σχηματισμό μιας αυτοεξιδανικευτικής μυθοπλασίας, που αφορά τη γλώσσα και το γένος. Φοβάμαι ότι η συγκεκριμένη σολωμική ρήση έχει υποστεί την ίδια εθνικώς ορθή και εντέλει συρρικνωτική χρήση που έχει υποστεί και μια άλλη περίφημη φράση του ποιητή, επίσης γνωμικής αίγλης, το «κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Eλλάδα και θα νιώσεις κάθε είδους μεγαλείο». Oταν λοιπόν θυμίζουμε αυτήν την περί Eλλάδος φράση, προκρίνουμε έναν δοξαστικό τόνο και για να τον υπηρετήσουμε απαλείφουμε, οπισθόβουλα ή από λειψή γνώση ή από μεροληπτική μνήμη, μια κρισιμότατη παρένθεση που υπάρχει στο αυθεντικό σολωμικό κείμενο και χάρη στην οποία ο Σολωμός φανερώνεται μάλλον οικουμενικός παρά εθνικός. «Kλείσε μέσα στην ψυχή σου την Eλλάδα (ή ό,τι άλλο) και θα νιώσεις κάθε είδους μεγαλείο», λέει ο ποιητής, «o altra cosa» στα ιταλικά, αλλά αυτό το «ό,τι άλλο» αποσιωπάται. Aποσιωπάται επίσης η συνέχεια του «μήγαρις...», κι είναι σαν να χωρίζουμε βιαίως βρέφη σιαμαία. Θυμίζω την πλήρη, σχεδόν πολεμική σκέψη:«Mήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Eκείνη [η ελευθερία] άρχισε να πατή τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη [η γλώσσα] θέλει πατήση ογλήγορα τα σοφολογιωτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιώτατος κρώζη ή κανένας Tούρκος βαβίζη· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο».

Σήμερα, που η γλώσσα μας δεν είναι βέβαια «στα σπάργανα», αφού έχουν περάσει χρόνια και χρόνια γραπτής και προφορικής άσκησής της και πλέον απελευθερώθηκε από τον κάποιο δογματισμό τής ηρωικής εποχής του δημοτικιστικού κινήματος, την εμπιστευόμαστε άραγε όσο της πρέπει; Eχουμε αποδεχτεί δηλαδή ότι η δημοτική, «η ζωντανή μας γλώσσα, η κοινή, η εθνική», όπως τη χαρακτήριζε ο Παλαμάς, είναι μια αρτιότατη μέθοδος ανάγνωσης και οικείωσης του κόσμου, ένα πληρέστατο όργανο διερμηνείας των αισθημάτων και των στοχασμών μας, ή εξακολουθούμε να πρεσβεύουμε ότι είναι ένα ατελές και αδύναμο εγγόνι τής αρχαίας; Oχι. Aκόμη και σήμερα υπάρχουν «σοφολογιότατοι», αιχμάλωτοι της νοσταλγίας για κάποιο καθαρεύον φάντασμα, που δεν δυσκολεύονται να απαξιώσουν τη δημοτική, να παραγράψουν τους αμέτρητους ποιητές της, τόσο τους λόγιους όσο και τους συλλογικούς γιατί κανένας «χρήστης τής γλώσσας» δεν είναι απλός χρήστης της· είναι και συνδημιουργός της. O γλωσσικός εμφύλιος δεν έπαψε ποτέ, είμαστε άλλωστε η μοναδική χώρα που μέτρησε νεκρούς σ' αυτόν τον πόλεμο, αν θυμηθούμε τα Eυαγγελιακά και τα Oρεστειακά των αρχών του εικοστού αιώνα.

Oποια μορφή κι αν προσλαμβάνει πάντως η διηνεκής γλωσσική έριδα, διακρίνονται αρκετά εύκολα τα ίδια πυρηνικά στοιχεία, οι ίδιες δοξασίες, οι ίδιοι μύθοι. Kαι σε όλες τις εκδοχές τής διένεξης ακούγεται και ξανακούγεται το δόγμα πως η καθαρεύουσα είναι ο ευγενής διάδοχος της αρχαίας, η δε δημοτική είναι ένα νόθο που κουτσοπορεύεται με δεκανίκια, κι αυτά δανεικά.


«Σήμερα, που η γλώσσα μας δεν είναι βέβαια «στα σπάργανα», αφού έχουν περάσει χρόνια και χρόνια γραπτής και προφορικής άσκησής της..»

Ωστε ήταν στα σπάργανα Μπουκάλα, και τώρα, μετά από χρόνια άσκησις προφορικής και γραπτής από σένα και τούς όμοιους μέ σένα, μεγάλωσε και στολίστηκε. Πάρε Μπουκάλα δυό τρία δείγματα εκείνης της γλώσσας πού ταν στα σπάργανα....

« Είτανε μια φορά μια γριά, κ΄ είχε κάτι κατσικάκια. Ο Μάρτης τότες είχε εικοσιοχτώ ημέρες κι ο Φλεβάρης τριανταμία. Ήρθε εκείνη την εποχή ο Μάρτης κ΄ έπερασε χωρίς να κάμει χειμώνα και η γριά από τη χαρά της, που βγήκανε πέρα καλά τα κατσικάκια της, εγελάστη και είπε ¨Στην πομπή σου, γέρο Μάρτη, τ΄ αρνοκάτσικακια μου καλά τα πέρασα¨.

Καθώς τ΄ άκουσεν αυτά τα λόγια, ο γέρο Μάρτης εθύμωσε, και στη στιγμή δανείζεται τρεις ημέρες από το Φλεβάρη το γείτονά του, και αρχίζει ένα σορόκο, π' έκαμε τη γριά να χωθεί αποκάτου από ένα κακκάβι και να φωνάζει ¨Κάτσι, κάτσι,κάτσι!¨ γιατί έλεγε οτ΄ εχόρευαν τα κατσικάκια απάνου στο κακκάβι. Τα κατσικάκια της γριάς εψόφησαν από το σορόκο. Κι απ΄ τότε ο Μάρτης τριανταμία ημέρα και ο Φλεβάρης εικοσιοχτώ.

Ενεκα γι΄ αυτό πώπαθε εκείνη η γριά, τοις τρεις ύστεραις ημέρες του Μάρτη τοις λένε ημέρες των γριών. Και ονοματίζουνε κάθε μία από ταύταις και με τ΄ όνομα μιανής από τοις ηλικιωμένες γριαίς του χωριού, και αν τύχει καλή η ημέρα λεν πως και η γριά είναι καλή, και αν γίνει κακοκαιρία λεν πως από την κακία της έγινε.»

= = =

Κόκκιν' αχείλι φίλησα κι έβαψε το δικό μου
Και στο μαντήλι το `συρα κι έβαψε το μαντήλι
Και στο ποτάμι το `πλυνα κι έβαψε το ποτάμι
Κι έβαψ' η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου
Κατέβη ο αϊτός να πιει νερό κι έβαψαν τα φτερά του
Κι έβαψ' ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο

= = =

Να `χεν η γης πατήματα κι ο ουρανός κερκέλια
Να πάθιουν τα πατήματα, να `πιανα τα κερκέλια
Ν' ανέβαινα στον ουρανό, να διπλωθώ να κάτσω
Να δώσω σείσμα τ' ουρανού, να βγάλει μαύρα νέφη
Να βρέξει χιόνι και νερό κι ατίμητο χρυσάφι
Το χιόνι να ρίξει στα βουνά και το νερό στους κάμπους
Στην πόρτα της πολυαγαπώς τ' ατίμητο χρυσάφι

= = =

Καθημερνέ μου λογισμέ και νυκτική μου ελπίδα
Να μ' είχε πάρει ο θάνατος την ώρα που σε είδα

= = =

Εβγάτε αγόρια στο χορό, κοράσια στα τραγούδια
Πέστε και τραγουδήσετε πώς πιάνεται η αγάπη
-Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλια κατεβαίνει
Κι από τα χείλια στην καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει

= = =

Οποιος θέλει Σολωμό κι Ελύτη, ορίστε, κανείς δεν τόν εμποδίζει. Ωραίοι είναι, να χη κανείς πρέπει κατι αλαφρό να διαβάζη στό ΜΕΤΡΟ. Εγώ μ αυτά.

Ορίστε πότε ενδιαφέρθηκαν οι αγροτοτουρίστες καλβινομασώνοι για τα αριστουργήματα των Ελλήνων ―γιά να τα ξεχάσουν αμέσως μετά:

Τα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια του C.Fauriel είναι η πρώτη συλλογή του είδους, και τυπώθηκαν σε δύο τόμους το 1824-1825 στο Παρίσι. Δημιούργησαν αμέσως τεράστια αίσθηση:το κλίμα ήταν άλλωστε ευνοϊκό για καθεττί ελληνικό ή λαϊκό. Η συλλογή μεταφράστηκε αμέσως στα γερμανικά (δύο φορές), στα αγγλικά και τα ρωσικά. Εκτός από την ποιότητα των τραγουδιών εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα τα συνοδευτικά σχόλια και ο εισαγωγικός λόγος του Φοριέλ, μια από τις καλύτερες ως σήμερα μελέτες, γραμμένη με θερμό φιλελληνικό συναίσθημα, γνώση και σύνεση. Η φιλολογική κατάρτιση του Φοριέλ ήταν από τις ισχυρότερες της εποχής του, αργότερα έγινε και ο πρώτος καθηγητής της συγκριτικής φιλολογίας στη Σορβόνη. Στην Ελλάδα το έργο άργησε να εκτιμηθεί:κυκλοφόρησε μόλις το 1956 σε ελληνική μετάφραση.


***


Ο Μπουκάλας σήμερα, στό καθιερωμένο άρθρο του κατά Χριστοδούλου ―δηλαδή με αφορμή τόν Χριστόδουλο κατα Ελλήνων― ειχε το θράσος, επί πληρωμή βεβαίως, να κατηγορήση τόν Αρχιεπίσκοπο Ελλάδος - έως Α Κενταύρου - για αγραμματοσύνη, στα θεολογικά μάλιστα.

Γράφει λοιπόν το παιδί με το νεοτάξ στυλό:

Ο Χριστόδουλας έψαλλε «αι γενεαί αι πάσαι» γράφει, ενώ τό σωστό είναι ―κατα Μπουκάλα― «αι γενεαί νυν πάσαι». Εκανε λέει αυτό το λάθος τρείς φορές, όσες οι φορές του ύμνου.

Πρώτη Μπουκάλα. Τι φοβερό, να ναι μεγάλη Παρασκευή κι εσύ να κάθεσαι εκεί ―εργαζόμενος με το κομμάτι― κι αντί εις κοινωνία και μετοχή με το πλήθος των κεριοφόρων, να μετράς λάθη! Τί Κόλασι κι αυτή!

Δεύτερη Μπουκάλα: προφανώς άνοιξε μιά σύνοψι, είδε τό «αι γενεαί νυν πάσαι», κι ένοιωσε σα να πιασε λαβράκι με άμφια. Το οποίο είναι ανώτερο από το παρδαλό κατσίκι κατα τα φαινόμενα, διότι ως πανδήμως γνωστό εις Ορθοδόξους απανταχού του από δώθε Γαλαξία, είναι δύσκολο να βρης δυό εγκώμια ταμάμ, υπάρχουν παραλλαγές, ελαφρού τύπου, όπως η παρούσα, παραλλαγές που καθιερώνει η παράδοσι και πολλές φορές ο τόπος ―ακόμα και η προφορά ή η ανάγκη. Εφ’ όσον δεν αλλάζει δι όλου τό νόημα.

Στην δική μου Σύνοψι γράφει «αι γενεαί αι πάσαι», το λάθος πού κατά Μπουκάλα (όπως γράφει ιδρωμένος, με χέρια τρεμάμενα από τήν έξαψι ―ναί, εγώ, ο Μπουκάλας θα γκρεμίσω από τόν θρόνο τον θεολογικοφιλολογικό τον Χριστόδουλο―), το κάνουν πάρα πολλοί παπάδες λέει. Κι ούτε αυτό αρκούσε να ψυλιαστή: ρε, μπας και λέω βλακείες;!

Δεν φτάνει αυτό. Ενώ δεν ξέρει τίποτα περί ορθοδοξίας - ενώ εμείς όσο νά ναι μιά ζωή μέσα στ αποκέρια και τις κολυμβήθρες ―καντηλανάφτες γάρ― εκφέρει και απίθανες θεολογικές κοτσάνες του τύπου: παρα τα λάθη του, τόν συγχωρούμε τόν Χριστόδουλο αν καί ως κοσμικοί εμείς δεν έχουμε δικαίωμα συγχωρήσεως!!!!

Να τα βράσω τα διπλώματά τους. Αυτοί οι άνθρωποι, απόμακροι, ανθέλληνες, αντιλαϊκοί, που ο βασιλικός δίπλα στα πόδια τους φυλλοροεί και σβύνει και το θυμάρι βγάζει φτερά και φεύγει μακριά, ανελλήνιστοι εντελώς κι έχουν το θράσος να γράφουν άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά μ' ότι μπούρδα τους κατέβει.

Πάει ο Μπουκάλας, αρκετά.
Α. Φαρμάκης



Δημοσιεύθη:
19.1.10 @ 2:21 π.μ.
Ετικέτες:
3 σχόλια

Σύνδεσμοι

 

Τι ειν' η επιφυλλιδογραφία μας;

Ο Παντελής Μπουκάλας εξανέστη. Τον έπνιξε το δίκιο. Φρίαξε από τον κατατρεγμό των αδυνάτων. Στέναξε για τον καϋμό των αδικημένων. Και έσπευσε να βοηθήσει την κα. Δραγώνα με μια επιφυλλίδα γραμμένη στο πόδι, η οποία φέρει τον πρωτότυπο τίτλο «"Τι είναι η πατρίδα μας" ―ξανά». Πρόκειται για μια μοναδική στιγμή της ελληνικής επιφυλλιδογραφίας, το δικό μας, ολοδικό μας «J' accuse» ―και συνάμα ένα τρυφερό «J' adore» προς την διωκόμενη διανοούμενο.

Επειδή δεν είναι δυνατόν ο απλός κοσμάκης, οι housewives και λοιποί αλευρομάγειροι που διαβάζουν το ιστολόγιο να κατανοήσουν μια τέτοια μεγάλη πένα, ως οι πλέον εγγράμματοι εξ ημών (γ' δημοτικού), αναλαμβάνουμε χρέη μεταφραστή.

Θυμόμαστε - δεν θυμόμαστε ότι το ποίημα είναι του Ιωάννη Πολέμη, μπερδεύουμε - δεν μπερδεύουμε τα «άσπαρτα» βουνά με τα «άπαρτα», που μάλλον μας ακούγονται πιο ηρωικά (εδώ μπερδεύουμε, με πρώτον και στομφωδέστερο τον κ. Καρατζαφέρη, την «κόψη του σπαθιού την τρομερή» με την «όψη που με βία μετράει τη γη»), το σίγουρο είναι πως οι στίχοι «Τι είν’ η πατρίδα μας; Μην είναι οι κάμποι; / Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά;» κ.τ.λ. κ.τ.λ., διεκδικούν τα πρωτεία της φήμης από ένα άλλο ποίημα του ίδιου ποιητή που συνεχίζει να πυροδοτεί συζητήσεις, εκείνο για το «Κρυφό Σχολειό».


Εμείς ―ο αγγράμματος «Μπίθουλας»― θυμόμαστε-δεν θυμόμαστε τον Πολέμη. Όχι σαν τον κ. Μπουκάλα που αν δεν τον μνημονεύσει καθημερινώς δεν ησυχάζει. Πολέμη δώστου και την ψυχή του πάρε. Αν ψάχνατε να του πάρετε δώρο για τις 27 Ιουλίου, τα άπαντα του ποιητού θα ήταν μια πολύ καλή επιλογή ―αν δεν τα είχε ήδη, και μάλιστα δερματόδετα, σε πολλές και διαφορετικές εκδόσεις.

Μπερδεύουμε, άλλωστε, ακόμα και τους στίχους του εθνικού μας ύμνου (με πρώτο εξ ημών στην σύγχυση τον Καρατζαφέρη). Ο πληθυντικός «μπερδεύουμε» εδώ είναι ο λεγόμενος «πληθυντικός αγενείας» (τσουβαλιάσματος σημαντικός), οπότε η φράση θα πρέπει να διαβαστεί ως «ΕΣΕΙΣ μπερδεύετε, και ούχι βέβαια, εγώ ο κοτζάμου ποιητής, αρθρογράφος και διανοούμενος Μπουκάλας. Ού να μου χαθείτε».


«Τι είν’ η πατρίδα μας», ακριβώς, τιτλοφορούνταν ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1997, με τον υπότιτλο «Εθνοκεντρισμός στην εκπαίδευση», την επιμέλεια της Αννας Φραγκουδάκη και της Θάλειας Δραγώνα και τη συμβολή άλλων πέντε κοινωνικών επιστημόνων. Για δώδεκα χρόνια το βιβλίο αφορούσε τους κοινωνιολόγους, τους εκπαιδευτικούς κι όσους ακόμα νοιάζονται για το πώς σχηματίζεται η εικόνα του «άλλου», άρα και του εαυτού μας, μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία.


Αφού, από την πρώτη κι' όλας παράγραφο της επιφυλλίδας, εμπεδώσαμε πως είμαστε κάφροι, περνάμε στο κυρίως θέμα.

Το 1997 κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τίτλο «Τι είναι η Πατρίδα μας». Αυτό, έως εχθές, αφορούσε μόνο τους κοινωνιολόγους και όσους «νοιάζονται για το πώς σχηματίζεται η εικόνα του "άλλου" (...) μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία.».


Ο αρθρογράφος, αφοσιωμένος καθώς είναι στην μελέτη του Πολέμη, δεν έχει χρόνο φυσικά για αγορές περιοδικών, περιδιαβάσεις στο διαδίκτυο, κλπ. Γνωρίζει εξάλλου ότι εμείς οι κάφροι ούτε διαβάζουμε επιστημονικά βιβλία, ούτε βέβαια έχουμε ή εκφέρουμε άποψη. Δικαιολογημένα, λοιπόν, το ενδεχόμενο τόσο το βιβλίο όσο και οι συγκεκριμένοι «κοινωνικοί επιστήμονες» (sic) να έχουν δεχθεί κριτική ήδη πολύ πριν από «εχθές» όπου έλαβε χώρα ο διορισμός της ειδικής γραμματέως δε χωράει στο νου του.

Ας πούμε το 2006, το 2007, πάλι το 2007 με ειδική ανάλυση του συγκεκριμένου βιβλίου, το 2008, κλπ.

Δεν έχουν όλοι οι παραπάνω βέβαια ακαδημαϊκές δάφνες αντίστοιχες της παρέας των «κοινωνικών επιστημόνων», αφού ακόμα και ο συντάκτης του κειμένου του 2007, ο Ηλίας Ηλιόπουλος, καίτοι Διδάκτωρ Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, στερείται του απαραίτητου πιστοποιητικού παρακολούθησης μαθημάτων από το παγκοσμίου φήμης Deeree College).


Οταν όμως η κ. Δραγώνα έγινε ειδική γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, ανέλαβαν δράση οι πολιτικάντες (ο κ. Καρατζαφέρης, ο κ. Γεωργιάδης, που αντιπροτείνει ως εθνικώς πρέπον το εγχειρίδιο ενός χουντικού - εθνικοσοσιαλιστή, ο κ. Τραγάκης της συρόμενης Ν.Δ.), με τη συνεπικουρία εφημερίδων (κυρίως κυριακάτικων) ειδικευμένων στην αγοραία και αγρίως λαϊκιστική «εθνική κατήχηση», και διαφόρων Ενώσεων Αποστράτων (εκείνο το «ένας λοχίας μάς χρειάζεται», δεν λέει ακόμα να φύγει από το μυαλό ορισμένων). Εκοψαν κι έραψαν όλοι τούτοι, που βέβαια δεν μπήκαν στον κόπο να διαβάσουν το καταραμένο βιβλίο ή έστω να το ξεφυλλίσουν (ας είναι καλά τα γκαιμπελικά μπλογκ των αγρυπνούντων ελληνοφυλάκων), κατασκεύασαν φράσεις και τις φόρτωσαν στην πένα των συγγραφέων, έγινε και «διαδήλωση» από το ΛΑΟΣ και τη «Χρυσή Αυγή», με αίτημα «Εξω οι ανθέλληνες από το υπουργείο Παιδείας», όπου «ανθέλληνες» είναι όσοι δυσκολεύονται να συμφωνήσουν πως είμαστε λαός περιούσιος με ιστορία δεκαπέντε χιλιάδων χρόνων και βάλε, άρχοντες της οικουμένης εκ κληρονομίας, αποικιστές του σύμπαντος ήδη από τον καιρό των προσωκρατικών κ.τ.λ. Γνωστά είναι όλα τούτα και, αν εξαιρεθεί η «πορεία διαμαρτυρίας», έχουν ξαναγίνει, εις βάρος του «Εβραίου» κ. Χρήστου Ροζάκη παλαιότερα, της κ. Ρεπούση έπειτα, του πανεπιστημιακού κ. Κόκκινου προ μηνών. Γνωστό είναι επίσης ότι ο εθνικισμός, όταν μάλιστα τρέφεται από εθνικοσοσιαλιστικές «ιδέες» και απολήγει αφεύκτως σε ρατσιστικές κραυγές, δεν είναι απλώς κακέκτυπο του πατριωτισμού, είναι τυχοδιωκτική καπηλεία του και βαρύτατη προσβολή του. Δεν έχει δα κανένας την υποχρέωση να «απολογηθεί» για τη φιλοπατρία του στον κ. Πλεύρη ή πάλι στον κ. Ψωμιάδη ή τον μητροπολίτη Ανθιμο.


Εδώ, σε μια έξαρση λυρισμού, ο (και) ποιητής κος. Μπουκάλας μας προσφέρει ένα θορυβιστικό πορτραίτο των αντιδρώντων στο διορισμό της κυρίας Δραγώνα στη θέση της ειδικού γραμματέως του Υπουργείου (τέως εθνικής) Παιδείας. Δεν πρόκειται φυσικά παρά για απόστρατους αξιωματικούς (ιδιότητα φασιστική από μόνη της), και «εθνικο-σοσιαλιστές». Σίγουρα πάντως όχι τους σωστούς (πράσινους) σοσιαλιστές, όπως εκείνους που διόρισαν την εξέχουσα (πως λέμε Εύξεινος Πόντος) επιστήμονα.

Έμπλεος αντικειμενικότητας, ο κος. Μπουκάλας μας γνωστοποιεί από το δημόσιο βήμα του ότι υπάρχουν δυο αντίπαλες παρατάξεις:

α) οι νουνεχείς όπως η κα. Δραγώνα και ο ίδιος

από τη μια, και:

β) εκείνοι που πιστεύουν «πως είμαστε λαός περιούσιος με ιστορία δεκαπέντε χιλιάδων χρόνων και βάλε, άρχοντες της οικουμένης εκ κληρονομίας, αποικιστές του σύμπαντος ήδη από τον καιρό των προσωκρατικών».

από την άλλη. Tertium non datur, που θα έλεγαν και οι σπουδαγμένοι αρθρογράφοι μας...


Τυπικά οι λαοί που έχουν ανάγκη, αλλά και χρέος, να αναρωτιούνται «τι είν’ η πατρίδα τους» είναι όσοι βρίσκονται στα πρώτα στάδια της εθνογένεσής τους και κάποιος τρόπος πρέπει να βρεθεί για να συμπλεύσει ο νους και η καρδιά τους στη σύνταξη των πρώτων κεφαλαίων του εθνοαφηγήματός τους – κομμάτι δύσκολο βέβαια γιατί τα θερμά αισθήματα συνήθως λογοκρίνουν ή πνίγουν την ψύχραιμη σκέψη.


Είναι συγκινητικό, πάντως, το σε τι βαθμό η αφοσίωση του αρθρογράφου στην μελέτη του Ιωάννη Πολέμη τον έχει στερήσει από τη πληροφόρηση για τα τεκταινόμενα στο παγκόσμιο χωριό μας τα τελευταία 30 χρόνια. Γιατί ασφαλώς, σε αντίθετη περίπτωση, θα ήξερε ότι η ερώτηση «τι είναι η πατρίδα μας» όχι απλώς δεν αφορά μόνο όσα έθνη «βρίσκονται στα πρώτα στάδια της εθνογένεσής τους» αλλά είναι κεντρικό ζήτημα σε κάθε σοβαρό έθνος. Θα μπορούσε τότε να παραθέσει βιβλιογραφία εκατοντάδων τόμων και αρθογραφία δεκάδων χιλιάδων σελίδων με Βρεταννικά, Γαλλικά, Αμερικάνικα κλπ παραδείγματα αντίστοιχου αναστοχασμού.

Τυπικά και πάλι, εμείς, περίπου διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821, δεν έχουμε λόγους να μπλέκουμε με το ερώτημα «τι είν’ η πατρίδα μας» και τι εμείς. Ο χρόνος έκανε τη δουλειά του, στρογγύλεψε τα πράγματα, άμβλυνε τις αντιθέσεις, έκοψε τις αιχμές, τακτοποίησε τις αντιφάσεις, έδωσε υλική υπόσταση ακόμα και σε θρύλους, μας παρέδωσε με λίγα λόγια μια στρωμένη και ορθή Εθνική Ιστορία, επίσημη, για σχολική, στρατιωτική και εν γένει κρατική χρήση. Αλλά και μόνο το γεγονός ότι κάθε λίγο και λιγάκι πέφτουμε σε καβγά για το ποια πρέπει να είναι η διεθνής ονομασία της χώρας μας, Hellas ή Greece, καβγάς που ανακαλεί, έστω κι αν ενίοτε δεν τη γνωρίζει, την προ δύο αιώνων αντιμαχία των λογίων για το πώς ταιριάζει να ονομαζόμαστε, Ελληνες, Γραικοί ή Ρωμιοί, φανερώνει ότι όσα μετράμε σαν λυμένα και αυτονόητα, ίσως δεν είναι· ότι δηλαδή η ιδεολογική σύγκρουση με αντικείμενο τον αυτοπροσδιορισμό μας είναι άπαυτη.

Δεν εννοούμε και δεν ζούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο τις κρίσιμες λέξεις, «Ελληνες», «ελληνισμός», «πατρίδα», «πατριωτισμός». Ποτέ δεν τους αποδώσαμε την ίδια σημασία, ούτε καν όταν ο τόπος ταλανιζόταν υπό ξένο ζυγό ή τον σκίαζε τυραννία εσωτερική· ο επίσημος εθνικός μας αυτοπροσδιορισμός προϋπέθετε τον πόλεμο τόσο εναντίον των εξωτερικών εχθρών (οι οποίοι και χαρακτηρίζονταν κατώτεροι, αν όχι βάρβαροι) όσο και εναντίον των «εσωτερικών», οι οποίοι, σαν νοσούντες, αποκόπτονταν από τον υγιή εθνικό κορμό με διατάγματα, ιδιώνυμα, εκτοπισμούς, φυλακίσεις. Για να μη βγαίνουμε έξω από την Ιστορία γλιστρώντας προς τις βολικές περιοχές της μεταφυσικής και της υπερβατικότητας, οφείλουμε να μη λησμονούμε πως δεν έλειψαν ποτέ όσοι, βέβαιοι ότι τυγχάνουν οι μόνοι φορείς των γνήσιων γονιδίων και οι αυθεντικοί εκφραστές της ελληνικότητας, κήρυσσαν «βδελυρούς», «μιάσματα» ή «εθνοπροδότες» τους άλλους, τους αντιπάλους τους στο πεδίο της πολιτικής και της ιδεολογίας. Κι αν δεν τους έστελναν πάντοτε σε νησιωτικούς «Παρθενώνες» προς σωφρονισμό, φρόντιζαν, ακόμα και σε καιρούς δημοκρατίας, όπως σήμερα, να βάζουν μπροστά τη μηχανή του στιγματισμού και του αποκλεισμού: «εκάς οι βέβηλοι», εκάς οι μαγαρισμένοι και μαγαρίζοντες, τα μισαδάκια της ελληνικότητας... Η ελληνομετρία διατηρεί αμείωτους τους οπαδούς της, αφού πάντοτε ξεφυτρώνουν όλο επιθετικότητα οι «γνήσιοι» και «καθαροί»· και ευτυχώς που πια, οδηγημένοι και από τον Καβάφη, ξέρουμε τι να υποθέτουμε όταν ακούμε για «το χρέος προς την πατρίδα και άλλα ηχηρά παρόμοια».


Ο ποιητής-αρθρογράφος εδώ δείχνει την μαστοριά του στο να κινείται σε πολλαπλά επίπεδα υψηλού σουρεαλισμού χωρίς να περιορίζεται από το λεγόμενο «θέμα» ή «ψητό» της κλασσικής ποίησης.

Έτσι, ενώ ξεκίνησε να μιλάει για την κα. Δραγώνα και τις αντιδράσεις στην τοποθέτησή της και το βιβλίο της, τα παρέκαμψε γρήγορα και αφιέρωσε το κείμενο του σε μια ανασκόπηση της ιστορίας της ελληνικής δεξιάς και της Μακρονήσου. Με βάση όλα τα παραπάνω, και χάρη και στο καβαφικό απόσπασμα, φθάνουμε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι κάθε αναφορά σε πατρίδα ή σε χρέος προς αυτήν είναι ύποπτο και «ελληνομετρία». (Ασφαλώς, ο Αλεξανδρινός ποιητής έγραψε και ότι πρέπει «τιμή» σ' αυτούς τους «ελληνομέτρες» που «προβλέπουν πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος», αλλά είναι λογικό, εξαντλημένος από τη μελέτη του Πολέμη, να το αγνοεί ο αρθρογράφος μας).

Μάταια θα ψάχνει ο αναγνώστης μια κριτική αποτίμηση του βιβλίου ή μια τοποθέτηση πάνω στο πολιτικό και ηθικό ζήτημα του διορισμού κάποιου ως καθηγητή και ως ανωτάτου στελέχους της εκπαίδευσης χωρίς τα απαραίτητα προσόντα. Τέτοιου είδους κριτικές και ενστάσεις ταιριάζουν μόνο σε ακροδεξιούς, εθνικοσοσιαλιστές και ουφολόγους, μας λέει με το μοναδικό λυρικό του τρόπο ο αρθρογράφος.


Και μιας και βρισκόμαστε στον χώρο της ποίησης, ας πω και τούτο: Τιμώ τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωστή Παλαμά ως εθνικούς ποιητές (και) για λόγους για τους οποίους κάποιοι θα είχαν ίσως την όρεξη να τους αναθεματίσουν σαν ανθέλληνες ή, τέλος πάντων, σαν ενδοτικούς «θολοκουλτουριάρηδες». Τον μεν Ζακύνθιο για το υψηλό εκείνο «o altra cosa» («ή κάτι άλλο») που πρόσθεσε, μέσα σε παρένθεση, στη γνωστότατη (αλλά φαλκιδευμένα μνημονευόμενη) προτροπή του: «Κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα (o altra cosa) και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου». Τον δε Μεσολογγίτη για τον συντονισμό του με το ρεύμα της πραγματικής και όχι της μυθοπλασμένης Ιστορίας, όπως την αποκαλύπτουν οι εξής οχληροί για τους γαλαζοαίματους στίχοι του: «Στο αίμα μου κρατώ κι από μια στάλα / ξένες κι οχτρές κάθε λογής πατρίδες. / Και βουργάρα η ψυχή μου και τουρκάλα». Παραδόξως, ακόμα δεν έχει κηρυχθεί εκστρατεία αναδρομικής διόρθωσης επί το εθνοπρεπέστερον του σολωμικού και του παλαμικού έργου. Αλλά ποτέ δεν είναι αργά.


Εδώ μαθαίνουμε ότι ο Σολωμός και ο Παλαμάς κρίνονται με βάση το πολυπολιτισμικόμετρο ―και βγαίνουν άξιοι τιμής στα μάτια του αρθρογράφου. Αν μάλιστα είχαν αφιερώσει και από ένα ποίημα ο καθένας στο να στιγματίσουν τους ρατσιστές και φασίστες έλληνες θα ήταν ίσως παγκοσμίου επιπέδου ποιητές.

Ο αρθρογράφος εκπλήσσεται που «παραδόξως, ακόμα δεν έχει κηρυχθεί εκστρατεία αναδρομικής διόρθωσης επί το εθνοπρεπέστερον του σολωμικού και του παλαμικού έργου». Ευτυχώς όμως έχει ήδη ξεκινήσει εκστρατεία αναδρομικής αξιολόγησης των κ.κ. Σεφέρη, Ελύτη, Εγγονόπουλου κ.α., (όπως και του Μακρυγιάννη) ως φασιστών και ρατσιστών, σε κάθε περίπτωση ανεπαρκώς προοδευτικών.

Γνωρίζουμε άλλωστε ήδη ότι ο Μακρυγιάννης ήταν εθνικιστής και ο Νίκος Σβορώνος «διαφορικός ρατσιστής». Ενώ είναι επίσης γνωστό ότι ακόμα και ο Άρης Βελουχιώτης υπήρξε «εθνοκεντρικός» (φτου, κακά!) και πιθανό σύμβολο της «ογκούμενης ελληνικής ακροδεξιάς» (σύμφωνα με τον έγκριτα αιρετικό κριτικό και αρθρογράφο κ. Κούρτοβικ).


Το κείμενο του κ. Μπουκάλα, εδώ.

Ο Κονδύλης και τα κονδυλώματα

Η δημοσιογραφία αποτελούσε, πάλαι ποτέ, αυτό που οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν «gatekeeper» (φύλακας ή πορτιέρης, θα λέγαμε εμείς). Έλεγχε, δηλαδή, σαν πορτιέρης, το ποιός θα προβληθεί και ποιός όχι, ποιά είδηση θα περάσει στον κόσμο και ποιά θα θαφτεί, τι αξίζει να γίνει γνωστό και τι να το φάει το μαύρο σκοτάδι. Ήταν η εποχή όπου λίγοι εκδότες και ιδιοκτήτες ραδιοσταθμών και καναλιών έλεγχαν πλήρως την ενημέρωση, και όπου ο απλός κόσμος δεν είχε ούτε δημόσιο βήμα, ούτε τρόπο να ακουστεί η φωνή του (αρκεί να αναλογιστούμε ότι ορισμένοι βαρεμένοι έφθαναν μέχρι το σημείο να δολοφονούν κόσμο ώστε να δημοσιευτούν οι απόψεις τους με την μορφή προκυρήξεων).

Από αυτή την κατάσταση προέκυψε η δύναμη της «τέραρτης εξουσίας» ―και αυτή έθρεψε την αλαζονεία και την ημιμαθή έπαρση πολλών δημοσιολογούντων της κακιάς ώρας, οι οποίοι ενδυναμώνονταν από την βεβαιότητα ότι οι σαχλαμάρες τους δεν θα συναντούσαν αντίλογο ―παρεκτός ίσως από αβρούς συναδέλφους.

Με το διαδίκτυο αυτό έπαψε να ισχύει. Οποιοσδήποτε πλέον έχει την δυνατότητα να απαντήσει επί ίσοις όροις σε οποιονδήποτε δημόσιο λόγο. Δεν έχει βέβαια εξασφαλισμένο ακροατήριο ―δεν μοιράζει δα και τσάμπα DVD―, αλλά, αν ο λόγος του είναι σοβαρός και καίριος, μπορεί να φθάσει, δυνάμει, σε όλο τον κόσμο. Ο Ριχάρδος Σωμερίτης έγγραψε κάτι την εποχή που οι βλακείες των μέσων μαζικής ενημέρωσης έμεναν αναπάντητες. Σήμερα, με μιας δεκαετίας και βάλε καθυστέρηση, θα του απαντήσουμε.

Ελλείψει επιχειρημάτων στο κείμενο του Σωμερίτη θα περιοριστούμε και εμείς στον εφ' όλης της ύλης σχολιασμό του. Θα υπερτιμούσαμε το κείμενο του αν του απαντούσαμε με μεγαλύτερη σοβαρότητα και τάξη, γιατί θέση μας είναι ακριβώς ότι δεν του αξίζει τέτοια τιμή.

Παιχνίδια πολέμου

Ο Ριχ. Σωμερίτης σχολιάζει τις απόψεις του Κονδύλη σχετικά με ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη

ΡΙΧ. ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ

Το εύκολο λογοπαίγνιο θα ήταν ότι αποκτήσαμε στρατηγό Κονδύλη τον νεότερο. Στο λογοπαίγνιο αυτό μας οδήγησε η προδημοσίευση, στο «Βήμα» της 9ης Νοεμβρίου, μεγάλου αποσπάσματος του επίμετρου στην ελληνική του έκδοση ενός έργου πολιτικής φιλοσοφίας του Παναγιώτη Κονδύλη, διανοουμένου και όχι καραβανά, για τη θεωρία του πολέμου που εκδόθηκε στη Γερμανία το 1988. Το επίμετρο αυτό εξετάζει τις διάφορες παραμέτρους μιας υποθετικής ελληνοτουρκικής σύρραξης.

Ο Ριχάρδος δεν δίστασε να καταφύγει στο ―και κατά δηλωσή του― «εύκολο λογοπαίγνιο». Γιατί να διστάσει, άλλωστε, αφού όλο το κείμενο γράφτηκε με ευκολία που θυμίζει ευκοίλια (μιλώντας εκ του αποτελέσματος);

Ξεκινάει με έναν αόριστο ψόγο προς τον Π. Κονδύλη, ότι έγραψε ένα έργο για την «θεωρία του πολέμου» όντας διανοούμενος και «όχι καραβανάς». Αλλά αν είναι ανεπαρκής ένας μη καραβανάς διανοούμενος να γράψει ένα βιβλίο για την θεωρία του πολέμου, τότε ο κ. Σωμερίτης είναι διπλά ανεπαρκής να το κριτικάρει, αφού ούτε καραβανάς είναι, ούτε, βέβαια, διανοούμενος.


Σύμφωνα με τον Κλεμανσό, τον πολιτικό που οδήγησε τη Γαλλία στη νίκη του 1918, ο πόλεμος είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να τον εμπιστευτείς σε στρατηγούς. Τι θα έλεγε ο Κλεμανσό για τους πανεπιστημιακούς καθηγητές; Η απάντηση είναι δύσκολη διότι ο Κλεμανσό δεν πρόλαβε να διαβάσει Κονδύλη. Το πολύ να είχε διαβάσει Κλαούζεβιτς, τον θεωρητικό του πολέμου που τόσο αναστάτωσε με τη δόξα του, περισσότερο και από τους σπουδαστές των διαφόρων σχολών πολέμου, διαφόρους διανοουμένους και καθηγητές Πανεπιστημίου.

Μη όντας, όπως προείπαμε, ούτε διανοούμενος, ούτε καραβανάς ―αλλά απλώς ένας ημιμαθής δημοσιογράφος, είναι λογικό να αγνοεί ότι πραγματείες περί στρατηγικής ―τόσο «καραβανάδων» όσο και «πανεπιστημιακών καθηγητών»― μελετώνται σοβαρότατα από τα διεθνή στρατηγικά επιτελεία και τους γεωπολιτικούς αναλυτές. Από τον Σουν Τζου και τον Κλαούζεβιτς έως τα σενάρια του Χάντινγκτον και δεκάδων αναλυτών.

(Αγνοεί επίσης ότι ο Π. Κονδύλης ήταν ερευνητής και όχι «πανεπιστημιακός καθηγητής» ―αλλά μπροστά στα τόσα άλλα που αγνοεί αυτό είναι απλό πλημμέλημα).


Μερικοί από αυτούς θεωρούν καθήκον τους να προσθέτουν στο βιογραφικό τους και κάποιες ιδέες για το πώς σκοτώνεις επιτυχώς τους αντιπάλους σου. Ευτυχώς, τις ιδέες αυτές δεν τις πειραματίζονται ούτε και μέσα στα πανεπιστήμια. Δυστυχώς, εκτός πανεπιστημιακής θαλπωρής, οι ιδέες αυτές μπορούν όμως να επηρεάσουν όσους ήδη διακατέχονται από ανάλογες φαγούρες. Κοντολογίς, ο κ. Κονδύλης έρχεται με το πόνημά του να προσφέρει επιστημονική και μάλιστα (σύμφωνα με τις φήμες) προοδευτική κάλυψη σε όλους τους ελληνόψυχους καλαμαράδες της καθ’ ημάς Ανατολής.

Αν αυτά τα γραμμένα στο πόδι σχόλια ―τα ούτε καν καφενειακού επιπέδου―, δημοσιεύονταν σε μεγάλη εφημερίδα άλλης χώρας, θα είχε απολυθεί ο συντάκτης ή τουλάχιστον αναγκαστεί να ζητήσει δημόσια συγνώμη. Εδώ εμφανίστηκαν ως «κριτική» ενός έργου γραμμένου μετά ετών μελέτης από διακεκριμένο ερευνητή του εξωτερικού, και το οποίο έργο έτυχε εξαιρετικά θερμής υποδοχής στο εξωτερικό, από κριτικούς, πανεπιστημιακούς και στρατιωτικούς αναλυτές.

Γιατί να παραμείνει εδώ, λοιπόν, ένας νέος επιστήμονας με στοιχειώδη αξιοπρέπεια και ευφυία, αν σε μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της χώρας γράφονται τα παραπάνω, ενώ στο εξωτερικό, στην Γερμανική «Frankfurter Allgemeine Zeitung» διαβάζουμε για τον ίδιο στοχαστή:

«Ο Κονδύλης, ο φιλόσοφος, με το απίστευτο εύρος γνώσης του [...] αντιπροσωπεύει τον υπο εξαφάνιση τύπο του οικουμενικού διανοητή [...] κατέχοντας μια τρομερή γνώση της Ευρωπαϊκής ιστορίας με απέραντη αναλυτική ικανότητα...».


Με δυο λόγια, η θέση του κ. Κονδύλη είναι η ακόλουθη: Η κατανομή του χώρου (συμπαγής γεωγραφικά Τουρκία, κατακερματισμένη Ελλάδα) δίνει στην Τουρκία προφανές στρατηγικό πλεονέκτημα. Αν μας χτυπήσει πρώτη, μπορεί να μας αποσπάσει κάτι, το μικρό ή το σημαντικό, αλλά πάντως το σχετικά απομονωμένο και συνεπώς ανυπεράσπιστο, διότι εμείς δεν μπορούμε να υπερασπίσουμε τα πάντα. Ετσι, η ελληνική πλευρά πρέπει να επιλέξει τα σημεία που είναι κομβικά για την άμυνα (στόχος κάθε πολέμου είναι η καταστροφή του κυρίου όγκου των αντιπάλων δυνάμεων) και ταυτόχρονα να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη. Αυτά είναι λίγα: η Ιμβρος και η Τένεδος και περισσότερο ακόμη η Θράκη, δηλαδή τα ευρωπαϊκά τουρκικά εδάφη. Που πρέπει να πάρουμε αντιμετωπίζοντας το όποιο κόστος για να έχουμε αντάλλαγμα στις μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις.

Βεβαίως η χώρα μας πρέπει να καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας για να είναι η άμυνά της αποτρεπτική. Αυτά όμως δεν αρκούν. Το κλειδί του πολέμου είναι ο αιφνιδιασμός. Ετσι, μπροστά στη γενικότερη πλεονεκτική θέση της Τουρκίας η ελληνική πλευρά δεν θα είχε σοβαρές πιθανότητες στρατιωτικής νίκης αν δεν έβρισκε τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό. Δηλαδή επίθεση και μάλιστα αιφνίδια; Ναι και όχι, διότι, όπως μας εξηγεί ο καλός κ. Κονδύλης, που τον θαυμάζουν στη Γερμανία, το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας μακροπρόθεσμα ενισχύεται, ενώ της Ελλάδας μακροπρόθεσμα συρρικνώνεται· «συνεπώς» ο επιτιθέμενος με… «την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την Τουρκία». Ετσι, ακόμη κι αν εμείς εισβάλουμε σε τουρκικά εδάφη, ουφ, αναπνέουμε: οι κακοί παραμένουν οι άλλοι.

Ο Ριχάρδος ειρωνεύεται εδώ ακόμα και το ότι τον Κονδύλη «τον θαυμάζουν στην Γερμανία». Λογικό. Όλοι θα ζήλευαν βλέποντας να θαυμάζουν κάποιον οι ξένοι, ενώ γνωρίζουν ότι τους ίδιους τους διαβάζουν μειδιόντας συγκαταβατικά μόνον οι συμπολίτες τους ―και αν.

Κατορθώνει πάντος σε δυο μικρές παραγράφους να παραβλέψει την όλη επιχειρηματολογία του Κονδύλη, και να παρεξηγήσει την έννοια του «πρώτου κτυπήματος» όπως αυτή παρουσιάζεται στο βιβλίο του αλλά και στην προδημοσίευση. Λίγο το έχετε;


Ενα βιβλίο και μάλιστα πανεπιστημιακού επιπέδου δεν είναι Ζαχαράτος της παλιάς καλής εποχής, όταν διάφοροι επί τιμή έλυναν εκεί τα προβλήματά μας γευόμενοι τον βαρύ-γλυκύ τους. Και με δεδομένη τη διαρκή ελληνοτουρκική κρίση είναι βέβαιο ότι η κάθε λέξη και η κάθε ιδέα μπορούν να οδηγήσουν στα όσα δεν θα θέλαμε. Είναι επίσης γεγονός ότι στην εποχή μας αυτά που γράφουμε στην Αθήνα διαβάζονται και στην Αγκυρα και ναι μεν ο πρόεδρός μας θεωρεί ότι ο τουρκικός λαός δεν καταλαβαίνει από πολιτισμό (φαντάσου ο κ. Ντεμιρέλ να έλεγε κάτι το παρεμφερές για μας…) όμως οι τούρκοι στρατηγοί κάτι πρέπει να καταλαβαίνουν από στρατηγική. Ερώτημα: Θα περιμένουν να προχωρήσουμε στις τεράστιες στρατιωτικές παραγγελίες μας και στην επικράτηση των ιδεών του κ. Κονδύλη για να αντιδράσουν;

Αυτό που κατάλαβε από την ανάγνωση του ο κος. Σωμερίτης είναι ότι το βιβλίο είναι «καφενειακού επιπέδου» (ω, της ειρωνείας) ―και ότι μπορεί να ταράξει τους Τούρκους με όσα περιέχει. Και η φίλη μου η Κλαίρη ―που έβγαλε την Αμαράντου με την βάση του δέκα― αυτό κατάλαβε, αλλά δεν το δημοσίευσε ως «κριτική».

Αυτό όμως είναι επιχείρημα συγκυρίας: με ποια λογική και με ποια στοιχεία ο κ. Κονδύλης προδικάζει ότι το μόνο που μας περιμένει είναι ο πόλεμος με την Τουρκιά και ότι το καθήκον μας είναι πώς να τον χάσουμε με το μεγαλύτερο δυνατόν κόστος για τον αντίπαλο που, μας το υπογραμμίζει, έχει όλα τα στρατηγικά πλεονεκτήματα;

Ο Κονδύλης, βέβαια, αναλύει εξαντλητικά, «με ποιά λογική και με ποιά στοιχεία». Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα...

Η θεωρία του κ. Κονδύλη μάς προσφέρει πράγματι, και αυτό είναι κυριολεκτικά ανατριχιαστικό, τις πιο μελανές ιδέες: να επιτεθούμε πρώτοι, να χάσουμε χιλιάδες παιδιά και εθνικά εδάφη, να υποστεί η Κύπρος τραγικότερες ακόμη συνέπειες και όλα τούτα για να έχουμε επιχειρήματα σε μια μελλοντική μεταπολεμική διαπραγμάτευση. Γιατί όμως να μην αρχίσουμε από αυτήν με τα επιχειρήματα και τις δυνάμεις που έχουμε, χωρίς το βάρος μιας μερικής έστω ήττας; Πώς αντιμετωπίζονται τα μικροπροβλήματα της όποιας συντήρησης των δυνάμεών μας με όπλα και πυρομαχικά, προφανώς και με καύσιμα και ανταλλακτικά, όταν τα πάντα βρίσκονται στα χέρια ορισμένων δυνάμεων και, όσο ανεξάρτητοι αποφασίσουμε ότι θέλουμε να είμαστε, πολεμική βιομηχανία που να καλύπτει τις ανάγκες μας δεν μπορούμε να αποκτήσουμε μήτε να κατασκευάσουμε ανταλλακτικά ούτε και να βρούμε καύσιμα. Για να μην προσθέσουμε και τις επικοινωνίες…

Το να πεις «έλα, Τούρκε, να μιλήσουμε ειλικρινά, αν μας κάνεις πόλεμο τίποτε δεν θα κερδίσεις το ουσιώδες, θα χάσεις πολλά όπως και εμείς, που φυσικά τότε όλοι μας θα πολεμήσουμε» είναι κάτι το σχεδόν αυτονόητο και ως ένα βαθμό γίνεται με χίλιες αντιφάσεις και δυσκολίες, με κυριότερη αντίδραση τις εσωτερικές ιαχές, εδώ και απέναντι, των πολεμοκάπηλων που μάλλον βρήκαν τον θεωρητικό τους.

Εδώ βρίσκουμε μια κεφαλαιώδους σημασίας ανάλυση, η οποία θα έπρεπε να διδάσκεται σε όλα τα στρατιωτικά επιτελεία και σε κάθε διπλωματική σχολή. Η στρατηγική πρόταση του κ. Σωμερίτη προς αποτροπή του πολέμου είναι να πούμε: «έλα, Τούρκε, να μιλήσουμε ειλικρινά, αν μας κάνεις πόλεμο τίποτε δεν θα κερδίσεις το ουσιώδες, θα χάσεις πολλά όπως και εμείς, που φυσικά τότε όλοι μας θα πολεμήσουμε».

Το επόμενο βήμα θα είναι, λογικά, να τραγουδήσουμε όλοι μαζί ―ενδεχομένως με τον κ. Σωμερίτη να οδηγεί―: «Αν όλα τα παιδιά της γης / πιάναν γερά τα χέρια / κορίτσια αγόρια στη σειρά / και στήνανε χορό / ο κύκλος θα γινότανε / πολύ πολύ μεγάλος / κι ολόκληρη τη Γη μας / θ’ αγκάλιαζε θαρρώ». Μια τέτοια πράξη θα έχει ακόμα μεγαλύτερη αποτρεπτική ισχύ.

Κανονικά και μόνο η απίστευτης γελοιότητας πρόταση περί αποτροπής που παρουσιάζει ―και δη ως «αυτονόητη»― ο δημοσιογράφος θα αρκούσε για την άμεση μεταθεσή του στις σελίδες με τα ευθυμογραφήματα ―αν όχι τα φαρμακεία.


Το να διδάσκεις όμως τα όσα διαβάσαμε με την υπογραφή Κονδύλης είναι μια άλλη συζήτηση με επιχειρήματα απίστευτης ελαφρότητας, εξωπραγματικά και σαφώς επικίνδυνα. Κυρίως που, στη συνέχεια της εργασίας του, ο κ. Κονδύλης λίγες ελπίδες αφήνει για τη χώρα, τους ανθρώπους της, το μέλλον, οικονομικό, πολιτικό, ευρωπαϊκό. Θεωρεί ότι ακόμη και με τη λύση τυχοδιωκτικής απελπισίας που έχει σαφώς την προτίμησή του (να χτυπήσουμε πρώτοι…) απαιτούνται θυσίες και αλλαγές που δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα: τέτοια απελπισία, τέτοια εθνική νευροπάθεια. Ας ελπίσουμε πάντως ότι ο καλός διανοητής δεν θα βρεθεί αξιωματούχος της παλλαϊκής άμυνας σε συνοριακή περιοχή…

Αφού επαναλάβει τις επιπέδου δημοτικού παρεξηγήσεις του περί της θεωρίας και των προτάσεων του Κονδύλη, ο κος. Σωμερίτης κλείνει επικρίνοντας την απαισιοδοξία του Π. Κονδύλη για το «οικονομικό, πολιτικό και ευρωπαϊκό» μέλλον της χώρας. Ξέρουμε βέβαια πόσο τον δικαίωσε το λαμπρό, «οικονομικό» (κρίση), «πολιτικό» (Γιωργάκης) και «ευρωπαϊκό» (Αλμούνια) μας μέλλον.


Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ, τις 23/11/1997. Ο κος. Σωμερίτης, μπερδεύοντας ίσως το πτύειν με το βρέχειν, είχε το σθένος να απαντήσει άλλες δυο φορές στην αντίδραση του κ. Κονδύλη στα γραφόμενα του, με επιχειρήματα αντιστοίχου επιπέδου. Όλος ο διάλογος ―ο Θεός να τον κάνει―, εδώ.

Δημοσιεύθη:
14.1.10 @ 12:41 π.μ.
Ετικέτες:
2 σχόλια

Σύνδεσμοι

 

Συνδυαστική λογική

"Το 2010 θα κάνουμε ορθοπεταλιά" είπε χαρακτηριστικά ο κ Παπανδρέου αναφερόμενος στις μεγάλες προκλήσεις του σχεδίου νόμου Καλλικράτης, της αλλαγής του εκλογικού συστήματος, της αναμόρφωσης του φορολογικού συστήματος, της μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού αλλά και των ευρύτερων ζητημάτων της λειτουργίας του κράτους.
Απο εδώ


***


Στο νοσοκομείο ΚΑΤ νοσηλεύεται ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γ. Παπανδρέου μετά από ατύχημα που είχε με το ποδήλατό του. Σύμφωνα με ανακοίνωση του νοσοκομείου, ο κ. Παπανδρέου υπέστη δύο κατάγματα, ένα στον όγδοο θωρακικό σπόνδυλο και ένα σε δάκτυλο του δεξιού του χεριού. (...) Είναι η δεύτερη φορά που ο κ. Παπανδρέου παθαίνει παρόμοιο ατύχημα.
Απο εδώ


***


Σε είδα σε ποδήλατο,
όλο χαρά και τρέλα.
Κι ύστερα κατάλαβα,
πως έλειπε η σέλα...
Δημώδες

Διευκρίνηση

Στην προηγούμενη καταχώρηση, σχολίασε ο Hollow Sky:

Ε, όχι! Τα χάσαμε τ' αυγά, να χάσουμε και τα πασχάλια αδερφέ;

Ασφαλώς και "δεν γεννιέσαι, (αλλά) γίνεσαι"! Μα είναι δυνατόν να αμφιβάλλει κανείς γι' αυτό; Εδώ ούτε καν άνθρωπος δεν γεννιέσαι, αλλά γίνεσαι, όπως έχουν αποδείξει μεταξύ άλλων οι ουκ ολίγες περιπτώσεις παιδιών ανά τον πλανήτη που "υιοθετήθηκαν" από ζώα και, παρ' όλο που ξαναβρέθηκαν με τους ανθρώπους, δεν κατόρθωσαν να γίνουν άνθρωποι, να μιλήσουν ανθρώπινα, να συνυπάρξουν με τους ανθρώπους...

... για να μην θυμίσω, ότι ο άνθρωπος, το κατεξοχήν έλλογο ον, εξακολουθεί, έπειτα από χιλιάδες χιλιάδων χρόνια ανθρώπινων γενεών, να χρειάζεται να μάθει (δηλαδή να τον μάθουν!) να μιλάει.

Ξανά στο άλφα βήτα: Έλληνας δεν είναι ένα φυσικοβιολογικό δεδομένο, όπως υποννοεί η φράση "γεννιέσαι, δεν γίνεσαι". Είναι μια συνθήκη πολιτισμική - κάτι που το μαθαίνεις, δηλαδή σου το μαθαίνουν!

Λυπάμαι, φίλε μου, που αναπαράγεις μια καθαρώς "βιολογιστική" άποψη για το θέμα, η οποία μάλιστα διεκδικεί και τις δάφνες της "ανθρωπινότερης". Κρίμα.


***


(Απαντάω εδώ καθώς το Blogger δεν με αφήνει να ποστάρω στα σχόλια απάντηση μεγαλύτερη από 4096 χαρακτήρες (!))

Εγώ λυπάμαι, αδελφέ, γιατί δεν περίμενα από υμάς τέτοια παρανάγνωση. Την αποδίδω, δε, στην εν τάχει ανάγνωση και όχι σε ουσιαστική διαφωνία (υπάρχουν, άλλωστε, δυο ειδών διαφωνιες: αυτή όπου έκαστος λέγει τα αντίθετα και αυτή όπου οι συζητητές λένε το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια. Υποψιάζομαι ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με την δεύτερη περίπτωση).

Και εξηγούμαι ίνα να μην παρεξηγούμαι:

Από το σχόλιο σου φαίνεται ότι θεωρείς το κείμενο που ανάρτησα ως βιολογική πραγμάτευση του θέματος, ενώ κάθε άλλο παρά τέτοια είναι ―και το ξεκαθαρίζει πολλαπλώς.

«Γεννιέσαι», στα πλαίσια του κειμένου, δεν δηλεί την βιολογική πράξη της γέννας, ούτε ότι «κουβαλάς στο DNA» σου την ταυτότητα σου. Σημαίνει, απλούστατα, «γεννιέσαι ΣΕ». Ο άνθρωπος πάντε «γεννιέται ΣΕ», ποτέ δεν γεννιέται ΣΚΕΤΑ ώστε να είναι ιστορικά και πολιτισμικά tabula rasa που θα γεμίσει με δεδομένα και πολιτισμό στην συνέχεια. Άλλως πως, ο άνθρωπος βρίσκεται σε πολιτισμό από την στιγμή της γεννησεώς του. Αυτό, διαπραγματεύεται η ανάρτηση με το «γεννιέσαι, δεν γίνεσαι».

Διαβάζεις, λοιπόν, την "γέννηση" στην ανάρτηση ως γεγονός βιολογικό, αλλά δεν είναι. Είναι γεγονός πολιτισμικό. (Το καθαρά βιολογικά στοιχεία άλλωστε ―το DNA, το «αίμα» κλπ―, και δεν ενδιαφέρουν το κείμενο, και δεν αφορούν την γέννηση ―προϋπάρχουν και ανήκουν στην στιγμή της σύλληψης).

Υπό αυτή την έννοια, το παράδειγμα σου περί «ουκ ολίγων περιπτώσεων παιδιών ανά τον πλανήτη που "υιοθετήθηκαν" από ζώα και, παρ' όλο που ξαναβρέθηκαν με τους ανθρώπους, δεν κατόρθωσαν να γίνουν άνθρωποι, να μιλήσουν ανθρώπινα, να συνυπάρξουν με τους ανθρώπους» επιβεβαιώνει ακριβώς την κεντρική γραμμή της αναρτησής μου. Τα παιδιά αυτά «δεν κατόρθωσαν να γίνουν άνθρωποι» [η έμφασις δική μου] γιατί δεν γίνεσαι έτσι απλά αλλά παίζει ουσιώδη ρόλο το πως και που γεννήθηκες (ή, αν θες, το πως και που πρωτο-έγινες).

Το κείμενο ξεκαθαρίζει ότι δεν ομιλεί με βιολογικούς όρους, γράφοντας π.χ.: «Γεννιέσαι Ελλην σημαίνει: ο άνθρωπος βρίσκεται σε αλληλεπίδρασι με το περιβάλλον του, το υλικό και το πνευματικό». Γεννιέσαι, δηλαδή, ΣΕ χρόνο, ΣΕ τόπο, ΣΕ πολιτισμό ―και ΣΕ γονείς και κοινωνία φορείς πολιτισμού, τόπου, χρόνου.

Τονίζει, άλλωστε, το κείμενο, ότι σκοπός του είναι η εναντίωση στην νεοτάξ εκδοχή τoυ «γίνεσαι», όπου ο άνθρωπος νοείται όχι απλά ως tabula rasa κατά την αρχική του διαμόρφωση, αλλά ως μόνιμος tabula-μαυροπίνακας, ο οποίος γράφει και ξεγράφει και σβήνει κατά βούληση προς επανεγγραφή. Όπου, δηλαδή, ταυτότητες, πολιτισμός, παράδοση, εθνότητα και λοιπά στοιχεία διαμόρφωσης νοούνται ως τυχαία, επιλέξιμα και άμεσα μεταβλητά.

Και όχι μόνο αυτά, αλλά ακόμα και αυτή η βιολογική φύση του ανθρώπου (βουρ για τον μετα-άνθρωπο της ιατρικής και της τεχνολογίας, για τον καταναλωτή μεταλλαγμένων της Μονσάντο, για τον αειθαλή κλώνο, κλπ).

Αν όλα τα «γίνεσαι», τότε τι σε συνδέει με μια σταθερή ταυτότητα; Αν όλα τα «γίνεσαι», τότε τι το αθέμιτο στο να γίνεις ο,τιδήποτε; (Σε αυτή την περίπτωση, τι μπορείς π.χ. να αντιτάξεις στην Μονσάντο; Την σκέτη ιατρική επικινδυνότητα των προϊόντων της; Θα σε διαβεβαιώσουν για την ασφάλεια τους. Και, εξάλλου, αύριο μπορεί να τα κάνουν και απολύτως ασφαλή.)

Γράφει το κείμενο: «Η τεχνολογία κατασκευάζει έναν άλλο κόσμο. Φυτά πού δέν αγγίζουν τα ζιζάνια, άνθρωποι πού μένουν ως τά βαθιά γεράματα νέοι, ζώα που παράγουν φάρμακα καί ανθρώπινα μοσχεύματα. Σήμερα - τό αύριο θα είναι ακόμα πιό θαυμαστό. Αυτή είναι η σύγχρονη τεχνολογία, αυτή είναι η παιδεία πού πρέπει να ακολουθήσουμε, αυτό είναι τό περιεχόμενο των σύγχρονων σχολείων. Αυτό είναι το αληθινά σύγχρονο περιεχόμενο της αρχαίας δήλωσις του Ισοκράτη καί μ αυτό τό περιεχόμενο τόν επαναλαμβάνουν οι Κωσταντόπουλοι και οι λοιποί νεοταξίτες. Η Μονσάντο είναι τό σχολείο μας.»

και:

«Οι μάζες είναι αδιαμόρφωτες, τίς αποτελούν άμορφοι σβώλοι ανθρώπων στούς οποίους δίνουν μορφή οι ιδέες μιάς μειονότητας φωτισμένων που καθοδηγούν τόν κόσμο, η τηλεόρασι, η οικονομία, η πολιτική, η διαφήμησι, η προπαγάνδα, η μόδα. Δεν είσαι τίποτα πρίν σε αναλάβει η σημερινή "παιδεία". Δεν είναι τά σώματα που φοράνε τα ρούχα του Αρμάνι, είναι τα ρούχα που πλάθουν τα σώματα, και η μάρκα στήν ούγια η ψυχή τους. Δεν γεννιέσαι, λένε. Γίνεσαι. Σε κάνουν δηλαδή.»

Και δεύτερο στοιχείο που παραβλέπεται. Το κείμενο δεν τάσσεται μονοσήμαντα υπερ της «γέννησης» (με την έννοια που ξεκαθαρίσαμε εδώ). Γράφει ότι το «σκέτα γεννιέσαι» αποτελεί «αίρεση» ―εξίσου με το «σκέτα γίνεσαι». Γράφει επίσης ότι μπορείς να γίνεις ―με κόπο―, αλλά «προϋπόθεση είναι όμως η ύπαρξι εκείνου που γεννήθηκε - χωρίς αυτόν ή αυτούς δεν γίνεσαι τίποτα».

Προφανώς. Σε ένα κόσμο που όλοι «γίνονται» απλά, τι γίνονται; Ασφαλώς, κάτι που κάποιος ήδη είναι. Μετέχουν σε ένα πολιτισμό, γλώσσα, κλπ που κάποιοι ήδη έφτιαξαν. Τα ανθρώπινα δεν είναι ατομικά δημιουργήματα ―δεν τα φτιάχνει από το μηδέν ο «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες».

Ο άνθρωπος που, όπως λες, «χρειάζεται να μάθει (δηλαδή να τον μάθουν!) να μιλάει», δεν μαθαίνει μόνος του εκ του μηδενός, ούτε μπορεί να μάθει εκ νέου τα πάντα ―γι’ αυτό και οι Μόγληδες «δεν κατόρθωσαν να γίνουν άνθρωποι». Γίνεσαι; Βέβαια. Αλλά όχι ανέξοδα, όπως υποννοεί η μονδέρνα σκέψη.

Οι άνθρωποι πάντα γεννιούνται σε μια γλώσσα (και «τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου»), σε μια κουλτούρα, σε μια εποχή, σε μια οικογένεια, σε ένα κλίμα και ένα περιβάλλον, κλπ κλπ. Δεν είναι βιολογικό το θέμα, δεν έχει να κάνει με dna και πράσινα άλογα. Π.χ. ο γιος έλληνα μετανάστη 2ης γεννιάς ο οποίος θα γεννηθεί στο Μπρούκλυν, άνετα μπορεί να είναι 100% Αμερικάνος. Μπορεί «βιολογικά» να κατάγεται από έλληνες, αλλά το περιβάλλον που γεννήθηκε και ανατράφηκε είναι η Αμερική.

Φαντάζεσαι ότι γίνεσαι εύκολα Γερμανός, Νεοζηλανδός, Μαορί, Βραζιλιάνος π.χ.; Ακόμα και αν μάθεις μετά μεγάλης δυσκολίας τη γλώσσα, τα πολιτισμικά δεδομένα, το ιστορικό τους πλαίσιο και τη συγκινησιακή του αξία. Έγινε π.χ. ο Λευκάδιος Χερν Ιάπωνας; Έμαθε τη γλώσσα, έζησε, παντρεύτηκε, πήρε το όνομα. Για τους Γιαπωνέζους είναι ένας δυτικός που είδε και περιέγραψε με θαυμασμό τον πολιτισμό τους. (Εδώ ακόμα και βιολογικά δεδομένα ―το χρώμα σου, κλπ― επηρεάζουν την κατάσταση. Ακόμα και αν γίνεις ο τέλειος Μαορί, μάθεις και τα τελετουργικά τους, το κυνήγι τους, ξεχάσεις και τα ελληνικά σου και σκέφτεσαι ΩΣΑΝ να μεγάλωσες στο τάδε χωριουδάκι της Νέας Ζηλανδίας, για τους λοιπούς θα είσαι μάλλον ο "λευκός" του χωριού. Και αυτό θα έχει επίδραση και πάνω σου, θαρώ. Δεν είμαστε απλά αποθήκες πληροφοριών).

Επαν-επίκαιρο

http://www.opengov.gr/ypes/?p=325

Διατύπωσε το «διαφορετικό», στην αντιρατσιστική σημαία που ύψωσε η Θεσσαλονίκη ο Παναγιώτης Ψωμιάδης και ξεσήκωσε θύελλα εναντίον του από το νομαρχιακό συμβούλιο αλλά και την πανεπιστημιακή κοινότητα. Μίλησε για «τον Ελληνα που γεννιέται και δεν γίνεται» για να ακούσει στο νομαρχιακό συμβούλιο ότι οι απόψεις αυτές «είναι εθνικιστικές, ρατσιστικές και ξενοφοβικές» κι επομένως καταγγέλλονται. «Ελληνες είναι οι μετέχοντες στην ελληνική παιδεία», είπε ο καθηγητής Νομικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Νίκος Παρασκευόπουλος.


Είναι ενδιαφέρουσα η δήλωσι του Ψωμιάδη τήν οποία ακολούθησε ο προπαγανδιστικός ορυμαγδός των ημερών. Είναι δε δήλωσι ανθρωπιάς σε αντίθεσι μέ τίς επικίνδυνες καί απάνθρωπες δηλώσεις τών αντιπάλων του. («Είπε ο Ισοκράτης» κλπ. Πάντως αν γνώριζε τα σημερινά σχολεία θά κοβε τό χέρι του ο Ισοκράτης.)

Η τεχνολογία κατασκευάζει έναν άλλο κόσμο. Φυτά πού δέν αγγίζουν τα ζιζάνια, άνθρωποι πού μένουν ως τά βαθιά γεράματα νέοι, ζώα που παράγουν φάρμακα καί ανθρώπινα μοσχεύματα. Σήμερα - τό αύριο θα είναι ακόμα πιό θαυμαστό. Αυτή είναι η σύγχρονη τεχνολογία, αυτή είναι η παιδεία πού πρέπει να ακολουθήσουμε, αυτό είναι τό περιεχόμενο των σύγχρονων σχολείων. Αυτό είναι το αληθινά σύγχρονο περιεχόμενο της αρχαίας δήλωσις του Ισοκράτη καί μ αυτό τό περιεχόμενο τόν επαναλαμβάνουν οι Κωσταντόπουλοι και οι λοιποί νεοταξίτες. Η Μονσάντο είναι τό σχολείο μας.

Καί παρακάτω: οι μάζες είναι αδιαμόρφωτες, τίς αποτελούν άμορφοι σβώλοι ανθρώπων στούς οποίους δίνουν μορφή οι ιδέες μιάς μειονότητας φωτισμένων που καθοδηγούν τόν κόσμο, η τηλεόρασι, η οικονομία, η πολιτική, η διαφήμησι, η προπαγάνδα, η μόδα. Δεν είσαι τίποτα πρίν σε αναλάβει η σημερινή "παιδεία". Δεν είναι τά σώματα που φοράνε τα ρούχα του Αρμάνι, είναι τα ρούχα που πλάθουν τα σώματα, και η μάρκα στήν ούγια η ψυχή τους. Δεν γεννιέσαι, λένε. Γίνεσαι. Σε κάνουν δηλαδή.

Αντίθετα, η δήλωσι του Ψωμιάδη είναι δήλωσι ανθρωπιάς. Επαναλαμβάνει ―δεν έχει σημασία αν τό γνωρίζει― τόν αρχαίο μύθο της Αθηνας. Γεννήθηκε ολόκληρη, μέ τόν χιτώνα, τήν πανοπλία καί τό δόρυ της από τό γκαστρωμένο κεφάλι του Δία. Ολόκληρη σημαίνει ελεύθερη καί σε επαφή μέ τόν θεό της. Αν ισχύει η δήλωσι Ψωμιάδη, ο σύγχρονος κόσμος, ο κόσμος της μετοχής στήν σύγχρονη "παιδεία" τόν οποίο επικαλούνται οι νεοταξίτες αντίπαλοί του, μένει άχρηστος, η τεχνολογία μία άνευ σημασίας ύβρις καί η μόδα μία νεκρή μίμησι της αληθινής δημιουργίας.

***


Και η λεπτομέρεια της δηλώσεως ως προς την ουσία της.

Γεννιέσαι Αβορίγινος δεν γίνεσαι.

Αυτό πώς ακούγεται; Δεν είναι πιά τόσο τρομερό... Εντάξει γίνεσαι Αβορίγινος με κόπο, εξ υιοθεσίας, αλλά και πάλι όχι εντελώς. Τώρα όμως, τουλάχιστον αντιλαμβανόμαστε πιό καλά τις έννοιες - γεννήθηκα και έγινα - που ενώ τις συγχέουμε εμείς, δεν τις συγχέουν φαίνεται οι απλοί νομάρχες.

Η νεοτάξ επιμένει στο γίνεσαι - μάλιστα με την βία που εξέφρασε. Δεν γεννιέσαι παρά ως τίποτα, μηδέν, κενό, γίνεσαι κατόπιν, σαν άδειος σκληρός δίσκος που είναι έτοιμος να τον γεμίση το σύστημα. Γεννιέσαι Ελληνας; Ασφαλώς. Συμφωνούμε με το μισό τουλάχιστον;

***


“Γεννιέσαι έλληνας δεν γίνεσαι”. Βέβαια, δεν είναι τόσο εύκολο. Αυτή η μικρή φράσι έχει βάθος.

Γεννιέσαι Ελλην - Κινέζος, Ινδός κλπ. Σημαίνει ότι υπάρχει φυλετική κληρονομικότητα. Αυτό είναι γεγονός. Γεννιέσαι Ελλην σημαίνει - ο άνθρωπος βρίσκεται σε αλληλεπίδρασι με το περιβάλλον του - το υλικό και το πνευματικό. Αν πάψουμε μιά στιγμή μέσα μας τους κοινότοπους ορισμούς που μας εμφυτεύουν οι εξουσίες, θα το καταλάβουμε. Είναι σήμερα αυτό από τα πιό δύσκολα. Ο Χριστιανισμός το αντιμετώπισε ήδη από τους πρώτους αιώνες.

Ο Χριστός δεν έγινε Χριστός -γεννήθηκε. Γεννήθηκε Εβραίος. Αν ερχόταν σήμερα θα ήταν Παλαιστίνιος, Αλβανός, Ιρακινός -πάντως όχι τίποτα, όχι άνθρωπος χωρίς ιστορία, φυλετικό προκαθορισμό, υλικό και πνευματικό τοπίο, χρόνο παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα.

Γίνεσαι -είναι υπόθεσι υιοθεσίας. Ασφαλώς γίνεσαι. Προϋπόθεσι είναι όμως η ύπαρξι εκείνου που γεννήθηκε - χωρίς αυτόν ή αυτούς δεν γίνεσαι τίποτα.

Και συνεχίζοντας το παράδειγμα: γίνεσαι Χριστός. Αν το αρνηθής, αρνείσαι στην πραγματικότητα όλο το σχέδιο - καθ όσον εμείς όλοι, το γένος των ανθρώπων, δεν είμαστε, αλλά θα γίνουμε Θεοί.

Να το πω λαϊκότερα; Στον Παράδεισο θα συνεχίσουμε να είμαστε Ελληνες, Κινέζοι, Ινδοί, ψηλοί ή κοντοί, ξανθοί ή μελαχρινοί, καμπούρηδες και λαμπάδες. Οταν αναστήθηκε ο Χριστός κανείς δεν τον αναγνώρισε τόσο είχε αλλάξει, αλλά τα σημάδια των καρφιών στα χέρια του έμειναν, να τ αγγίξη ο Θωμάς. Αρνούμεθα τις δυτικές μεταφυσικές. Ο κόσμος υπάρχει ως όλον - κι ο χρόνος είναι μέγεθος του ανθρώπου.

Γεννιέσαι Ελλην, Κινέζος, Αλβανός καί γίνεσαι Ελλην, Κινέζος, Θεός.

Η Νέα Τάξι λέει: δεν γεννιέσαι τίποτα, γίνεσαι τα πάντα. Αυτό εννοούν οι κριτικοί του νομάρχη. Η εξατομίκευσι του κενού και της απουσίας. Η κυρίαρχη θέσι, ο πυρήνας της νεοτάξ.

Ο Νομάρχης είπε: Γεννιέσαι Χριστός, δεν γίνεσαι. Αρχαία αίρεσι, την αντιμετώπισε επιτυχώς ο Μέγας Κωνσταντίνος στην Α Οικουμενική σύνοδο. Αρχαία αίρεσι, ανορθόδοξι θρησκευτικώς και επικίνδυνη εθνικώς, πάντως ανθελληνική.

Νεστοριανοί και Αριανοί μεταμφιεσμένοι σε νέες περιπέτειες.

Α. Φαρμάκης

Δημοσιεύθη:
5.1.10 @ 5:00 μ.μ.
Ετικέτες:
0 σχόλια

Σύνδεσμοι

 

Η ιστορία επαναλαμβάνεται...



Την ίδια ώρα, και την Τρίτη χιλιάδες ήταν οι ιδιοκτήτες ΙΧ που σχημάτιζαν ουρές στις εφορίες προκειμένου να καταθέσουν τις πινακίδες του αυτοκινήτου τους και να απαλλαγούν από την καταβολή των αυξημένων τελών κυκλοφορίας για το 2010.

Σε εφορίες των μεγάλων πόλεων της χώρας οι υπάλληλοι παραλαμβάνουν καθημερινά από 100 έως 150 πινακίδες.Συνολικά μέχρι την Τρίτη έχουν κατατεθεί 160.000 πινακίδες.
Από εδώ

Η παπάρα της εβδομάδας

Η ανακοίνωση του νέου ΔΣ του ΟΠΑΠ στο οποίο έχω οριστεί μη εκτελεστικό μέλος, με πέτυχε σε μία όμορφη, αλλά και "δύσκολη" στιγμή: βρισκόμουν για αρκετές μέρες στο εξωτερικό στο ταξίδι του μέλιτος (που λόγω αβεβαιότητας για τον χρόνο των εκλογών δεν είχα μπορέσει να πάω το καλοκαίρι που παντρεύτηκα) και συνεπώς ήταν λίγο δύσκολο για εμένα τόσο να παρακολουθήσω, όσο και να γράψω σχετικά. [1]

Στις μέρες που μεσολάβησαν μέχρι σήμερα (που επέστρεψα) γράφτηκαν αρκετά σχετικά με τον διορισμό μου: από κακοήθη, κατευθυνόμενα και ανακριβή μέχρι ενθαρρυντικά και υποστηρικτικά. Δικαίωμα του καθενός να γράφει ό,τι θέλει, αρκεί να μην παραποιεί την αλήθεια.

Αυτό που δεν μπορώ να δεχθώ είναι ότι ο διορισμός μου είναι χαριστικός, με τον Α ή τον Β τρόπο. Είμαι 37 χρονών και έχω κάνει αρκετά πράγματα σε μία επαγγελματική πορεία σχεδόν 20 ετών. Σε καμία περίπτωση σε αυτά τα χρόνια δεν δέχτηκα να μου κάνουν χάρες και φρόντιζα πάντα οι εργασιακές σχέσεις μου να είναι ξεκάθαρες.
Από εδώ