Υπάρχει μια μερίδα επιφυλλιδογράφων που κοιμάται και ξυπνάει με την έγνοια πως θα στιγματίσει τους «ελληνάρες», αξιοποιώντας κάθε απίθανη αφορμή —και χωρίς καμία αίσθηση του μέτρου και της σοβαρότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το κείμενο του Παντελή Μπουκάλα, όπου μαθαίνουμε ότι:
Γελάσαμε πολύ το 2004. Γελάσαμε με την καρδιά μας, παίζοντας με το κομπολόι των νικών. Και γελαστήκαμε. Αφεθήκαμε να ξεγελαστούμε, μέσα στην απροσδόκητη μέθη, και να πιστέψουμε ότι πια είμαστε ποδοσφαιρική υπερδύναμη, κι ότι άνετα θα σηκώνουμε το «τιμημένο» σε κάθε διοργάνωση.
(...)
Δεν είναι απίθανο η απογοήτευση αυτή να εξαλλαγεί, κατά τα ειωθότα, σε κατεδαφιστική απομυθοποιητική μανία. Από ποιους; Από κείνους που, επιπόλαια, νιώθουν εθνικά θριαμβευτές με κάποιες αθλητικές νίκες, όσο σπουδαίες, και που τώρα, με την ίδια επιπολαιότητα, θα δηλώσουν εθνικά ντροπιασμένοι. Αλλά αν αξίζει η μπάλα, αν αξίζουν τα παιχνίδια γενικά, είναι ακριβώς επειδή σε μαθαίνουν να χάνεις, και σ’ το μαθαίνουν για να μπορέσεις να ξανανικήσεις.
Από την Καθημερινή
Ποιος —πέρα από ένα στατιστικώς ασήμαντο ποσοστό— πίστεψε ότι «
είμαστε ποδοσφαιρική υπερδύναμη, κι ότι άνετα θα σηκώνουμε το ‘τιμημένο’ σε κάθε διοργάνωση»; Κανείς.
Εκτός βέβαια από τον αχυράνθρωπο (straw-man argument) που έστησε ο επιφυλλιδογράφος για να γκρεμίσει κατόπιν θριαμβευτικώς.
Και όλα αυτά τα άρθρα —τόνοι «διανοητικής παραγωγής»— καταλήγουν στον «εθνικισμό» μας.
Αν αυτομαστιγωθούμε στο Σύνταγμα, εξιλεωνόμαστε;